Κυριακή, 19 Μαΐου, 2024

Η γραφή, καίριο στοιχείο πολιτισμού

Γράφει ο Νίκος Γ. Μοσχονάς, Ιστορικός, Ομότ. Διευθυντής Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

ΜΕΡΟΣ B’

Στην Κίνα, με αφετηρία τα ιερογλυφικά σύμβολα, διαμορφώθηκε από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. το περίπλοκο σινικό σύστημα γραφής που απαρτίζεται από τους χαρακτήρες χανζί, ένα σύστημα αρχικών εικονογραμμάτων και ιδεογραμμάτων στα οποία προστέθηκαν άλλα φωνητικά σύμβολα και συνδυασμοί συμβόλων. Άλλου τύπου γραφές διαμορφώθηκαν στις Ινδίες και αλλού. Ιερογλυφικού τύπου ήταν επίσης η γραφή πολλών λαών, όπως των λαών της προκολομβιανής Αμερικής.

Όμως, αν στην Άπω Ανατολή η εξέλιξη του πολιτισμού συμπορεύθηκε με τον εμπλουτισμό του αριστοκρατικού μανδαρινικού ιδεογραμμικού συστήματος, στον χώρο της Μεσογείου προέκυψαν διεργασίες που οδήγησαν στην εκλαΐκευση της γραφής. Στην αρχαία Αίγυπτο η ιερογλυφική εικονογραφική γραφή τροποποιείται ως ιερατική ιερογλυφική (4η – 3η χιλιετηρίδα) και αυτή εξελίσσεται στην απλουστευμένη γραφικά δημοτική, τη λαϊκότερη επισυρμένη (γρήγορη) γραφή. Τα ιερογλυφικά γράμματα που απέδιδαν ιερά κείμενα ή περιέγραφαν τις νίκες των φαραώ ήταν ουσιαστικά στοιχεία εικαστικής δημιουργίας, ανάγλυφα ή χαρακτά σε πέτρα, ζωγραφιστά με γραφίδα στον πάπυρο και στο λινό ύφασμα. Αλλά τα ιδιωτικά γραπτά, συμβόλαια, επιστολές κ.λπ. απαιτούσαν οικονομία χρόνου και γραφικής ύλης, οδηγώντας στη φθογγική δημοτική γραφή των 24 γραμμάτων (συμφώνων). Από αυτή θα προκύψουν οι σημιτικές γραφές και τα 21 σύμβολα που υιοθέτησαν θα προσλάβουν φθογγική αξία. Το σύστημα της σημιτικής γραφής με την απλότητα και τη συνθετική δυνατότητα που παρέχει, υπήρξε ευφυές βήμα της ανθρώπινης εφευρετικότητας.

Ιερογλυφική – εικονογραφική γραφή

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε γραφή -και η ανθρωπότητα έχει δημιουργήσει πολλά και ποικίλα είδη γραφής- ανταποκρίνεται και προσδιορίζει το πολιτισμικό κλίμα του λαού που τη δημιούργησε και τη χρησιμοποιεί. Είναι οι πολιτισμικές συνθήκες, η πνευματική ανάπτυξη, οι κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που διαφοροποιούν και καθορίζουν τον τύπο της γραφής. Τόσο στην αρχαία αιγυπτιακή όσο και στις σημιτικές γραφές με τον περιορισμένο αριθμό των γραμμάτων, αποδίδονται μόνον σύμφωνα. Έτσι, παρά τη γραφική απλότητά τους, οι σημιτικές γραφές παρουσίαζαν την αδυναμία σαφήνειας ως προς την πληρότητα της εκφοράς των λέξεων, πράγμα που επέτρεπε παρανοήσεις.

Η υιοθέτηση της φοινικικής γραφής από τους Έλληνες γύρω στον 10ο π.Χ. αιώνα, τα καδμήια και φοινικήια γράμματα κατά τον Ηρόδοτο, τα πελασγικά κατά τον Διόδωρο Σικελιώτη, και η προσαρμογή της στις φωνητικές απαιτήσεις της ελληνικής γλώσσας με τα «γελαστά φωνήεντα» οδήγησε στην τελειοποίηση της γραφής. Η αδυναμία σαφήνειας των σημιτικών γραφών και το ενδεχόμενο εννοιολογικής παρανόησης αποκλείστηκε χάρη στην ανάγκη ορθολογικής χρήσης της γραφής που επέβαλλε η ελληνική αντίληψη· την ασάφεια των αμμωδών εκτάσεων της Ανατολής διαδεχόταν η σαφήνεια των ελληνικών οριζόντων. Η ελληνική έκφραση απαιτούσε συγκεκριμένα σύμφωνα και συγκεκριμένα φωνήεντα. Προϊόν λογικής ομόλογο του ελληνικού πνεύματος, η ελληνική γραφή υπήρξε μέγιστο πολιτισμικό επίτευγμα, που χάρη στην τελειότητα της σύλληψης, στην απλότητα και στην προσαρμοστικότητα που διέθετε επρόκειτο να επικρατήσει στην οικουμένη, μετασχηματιζόμενη στις διάφορες φωνητικές απαιτήσεις άλλων λαών (κοπτική, λατινική, ρουνική, σλαβική γραφή).

Φοινικική γραφή

 

 

Η αρχική φάση της ελληνικής γραφής είναι η μεγαλογράμματη με διακριτά και γραφικά ανεξάρτητα, ασύνδετα μεταξύ τους γράμματα. Με αυτή τη μορφή χρησιμοποιήθηκε στη σύνταξη χαραγμάτων, επιγραφών, επιστολών ή και λογοτεχνικών κειμένων. Το υλικό υπόστρωμα προσδιόριζε την επιλογή των οργάνων γραφής και αυτοί οι δύο υλικοί παράγοντες σε συνδυασμό με τη βούληση του γραφέα κατεύθυναν την ανθρώπινη ενέργεια προς το γραπτό αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια, το πολιτισμικό περιβάλλον στο υλικό και διανοητικό πεδίο διαμόρφωνε τη μορφολογική ποιότητα της γραφής. Αυτό γίνεται φανερό στην εξέταση των υπαρκτών τεκμηρίων. Τα απλά, αυθόρμητα χαράγματα σε επιφάνειες βράχων, στο επίχρισμα τοίχων, σε κορμούς δένδρων ή και στα καταδικαστικά κεραμεικά όστρακα, παράγουν γραφή άτακτη και όχι σπάνια δυσανάγνωστη, πολύ διαφορετική από την επιμελημένη επιγραφική μνημειώδη γραφή ή ακόμη και από την οπωσδήποτε φροντισμένη επεξηγηματική γραφή στις κοσμημένες επιφάνειες αγγείων. Στην πρώτη περίπτωση, εκείνος που γράφει δεν ενδιαφέρεται να παραγάγει ένα αισθητικό αποτέλεσμα αλλά να εξωτερικεύσει και να αποτυπώσει συναισθήματα, όπως ο ναυτικός που άραξε λόγω της θαλασσοταραχής στον Όρμο των Γραμμάτων της Σύρου ή της μεσσηνιακής νήσου Πρώτης και χάραξε στον βράχο την ανησυχία και την ελπίδα του ή ο νέος που διατυμπάνιζε με το χάραγμά του στον τοίχο του σπιτιού της Πομπηίας τις πολλαπλές ερωτικές συνευρέσεις του.

Αντίθετα, όταν πρόκειται για επίσημες αφιερωματικές ή τιμητικές επιγραφές ή αναγραφές νόμων και αποφάσεων της πόλης, η γραφή είναι επιμελημένη και σαφής ώστε να είναι αναγνώσιμη και κατανοητή. Με τη λογική αυτή χαράχτηκαν για παράδειγμα τα ψηφίσματα της αθηναϊκής εκκλησίας του Δήμου και αυτό το κλίμα προώθησαν οι επιγραφές της αυτοκρατορικής περιόδου, στις οποίες επιδιώκεται η έκφραση του ρωμαϊκού μεγαλείου με τη χάραξη επιβλητικών γραμμάτων που χαρακτηρίζονται από έντονη φωτοσκίαση χάρη στην τριγωνικής τομής αύλακα χάραξης και στις πρισματικές απολήξεις των στελεχών τους· τα γράμματα αυτά, καθώς μετακινείται το φως του ήλιου και οι φωτεινές ή σκιερές επιφάνειες της χάραξης εναλλάσσονται και μετατίθενται, αλλάζουν ύφος, δίνουν την εντύπωση ότι κινούνται, κάτι ανάλογο με τις σύγχρονες διαφημιστικές επιγραφές.

Ασφαλώς, στη μορφολογία της γραφής και στη χρήση της εκφράζεται ο ψυχισμός του γράφοντος αλλά επίσης εκδηλώνεται το πολιτισμικό κλίμα του συγκεκριμένου λαού και των τάσεων της συγκεκριμένης εποχής. Η γραφή είναι η συμπύκνωση της πολιτισμικής ταυτότητας ενός λαού.

Διαβάστε επίσης: Η γραφή, καίριο στοιχείο πολιτισμού

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img
spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ