Πέμπτη, 13 Ιουνίου, 2024

ΠΑΙΔΕΙΑ είναι το πόσο μπορούμε να έρθουμε απέναντι από το σύστημα και τους συστημικούς

Γράφει η Δρ. Μαρία Γιαλλούση, Συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο «Για μια εκπαίδευση ανθρώπινης συνάντησης, ερωτήσεων και χειραφέτησης» (2021, εκδ. ΚΨΜ).

Στις χώρες του δυτικού κόσμου, όσοι επιμένουν στις θετικού πρόσημου αναλύσεις για τις σχέσεις του καθεστώτος λογοδοσίας στα σχολεία με τον ευρύτερο πολιτικό και οικονομικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, εστιάζουν στην αναγκαιότητα της εφαρμογής μιας πιο αποτελεσματικής οργάνωσης των πρώτων, η οποία μπορεί να συμβεί μόνο όταν εφαρμόζεται κατά γράμμα η δομή του επιχειρηματικού μοντέλου (Apple 2001; Hursh, 2007). Αυτή η αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης φαίνεται να ενισχύει ένα νέο ιδεολογικό πεδίο, καθώς οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί στο σχολείο εκπαιδεύονται να βλέπουν τους εαυτούς τους διαρκώς ως «πωλητές» του δικού τους ανθρώπινου κεφαλαίου, σε έναν κόσμο στον οποίο υπάρχουν πάντα νικητές και ηττημένοι, με τους τελευταίους να κατηγορούν μόνο τον εαυτό τους για τις αναποτελεσματικότητές τους (Saltman 2005; Au 2011).

Όσο επικριτική κι αν έχει υπάρξει η μέχρι τώρα κριτική εξέταση της λογοδοσίας, έχοντας πρωτίστως εστιάσει στις διαδικασίες ανταγωνισμού και εμπορευματοποίησης, δεν έχει δώσει την απαραίτητη προσοχή στην πλέον βασική ιδεολογική της επίδραση που είναι η καθιέρωση της ιδέας πως δεν είναι δυνατή καμία εναλλακτική λύση στην τρέχουσα οργάνωση της εκπαίδευσης και της κοινωνίας ή πως, σε τελική ανάλυση, δεν μπορεί κάποιος να την φανταστεί (de Lissovoy 2013).

Σήμερα το ερώτημα «τι αφορά την εκπαίδευση» απασχολεί όλο το καπιταλιστικό σύστημα, με βασικό ζητούμενό του τη δημιουργικότητα των ανθρώπων. Η ρητορική της δημιουργικότητας στην εκπαίδευση αφορά στην προώθηση κυβερνητικών και ερευνητικών πρωτοβουλιών, προγραμμάτων σπουδών που στοχεύουν στην παρακίνηση της τεχνολογικής καινοτομίας, του επιχειρηματικού πνεύματος και της οικονομικής επέκτασης, στις επόμενες δεκαετίες (Peters & Besley, 2008). Σε αυτό το πλαίσιο, το σύστημα επιδιώκει και αναδιοργανώνει τον ιδεολογικό ανταγωνισμό που το εξυπηρετεί ανάμεσα στο «τι σκέφτονται οι άνθρωποι» και στο «τι πιστεύουν οι άνθρωποι». Ο de Lissovoy (2013: 427) δηλώνει ότι το είδος της «πίστης των ανθρώπων» που εξυπηρετεί το σύστημα δεν έχει να κάνει με την εσωτερική τους προδιάθεση/πιστεύω, αλλά με την καταναγκαστική επανάληψη ενός (ιδεολογικού) τελετουργικού. Η επιβεβλημένη εφαρμογή των ελέγχων στην εκπαίδευση επιμένει να λειτουργεί ιδεολογικά, στον βαθμό που οι έλεγχοι επαναλαμβάνονται πολλαπλασιαστικά. Η λογοδοσία λειτουργεί στους εκπαιδευτικούς περισσότερο μέσω των διαδικασιών που απαιτεί να επαναλαμβάνουν οι εκπαιδευτικοί και λιγότερο μέσω των πεποιθήσεων που προωθεί. Με αυτόν τον τρόπο η ιδεολογία ενυπάρχει στη γραφειοκρατική μορφή της μηχανής λογοδοσίας παρά στο περιεχόμενο των πεποιθήσεων ή στα προγράμματα σπουδών (de Lissovoy 2013). Στο καπιταλιστικό σύστημα το μεταμοντέρνο υποκείμενο έχει τη δυνατότητα να εκφράζει τις κρίσεις, τις απόψεις και τις προτιμήσεις του (για παράδειγμα, σε έρευνες κοινής γνώμης, στο fb, στην τηλεόραση και στο twitter), χωρίς όμως να μπορεί να αντιμετωπίζει ουσιαστικά το σύστημα, το οποίο του προσφέρει και ταυτόχρονα του περιφράσσει αυτή την ελευθερία. Όλοι μας, λίγο πολύ, εμπλεκόμαστε στη σύγχρονη έκρηξη των επικοινωνιακών δυνατοτήτων και πλατφορμών, η οποία υπάρχει χωρίς να αμφισβητεί τη θεμελιώδη πολιτική λογική που την εγγυάται και έχει χαρακτηριστεί ως «επικοινωνιακός καπιταλισμός» (Dean, 2009). Συνοψίζοντας, η κατ’ επανάληψη εμπλοκή του υποκειμένου αποτελεί το ιδεολογικό γεγονός κι όχι η επικράτηση μιας συγκεκριμένης άποψης, μιας συγκεκριμένης πεποίθησης.

Αρκετοί είναι οι μελετητές που προκαλούν την παραδοσιακή τάση της εκπαιδευτικής θεωρίας επικαλούμενοι το μοντέλο ηγεμονίας του Gramsci (Gramsci, 2005, Apple, 2004, McLaren, 2007), σύμφωνα με το οποίο η δύναμη των ελίτ είναι το αποτέλεσμα ενός αποδοτικού συνδυασμού εξαναγκασμού (από το κράτος) και συναίνεσης, συγκατάθεσης (μεταξύ των ανθρώπων), μάλιστα με τη τελευταία να είναι ο πιο αποφασιστικός παράγοντας. Επομένως, τι θα σήμαινε μια αλλαγή στάσης απέναντι στην τρέχουσα κατάσταση της εκπαίδευσης και τη δική μας «τοπική» θέση μέσα σε αυτήν; Καθώς οι μαθητές έχουν καλή ή κακή απόδοση στους ελέγχους / εξετάσεις, ενθαρρύνονται να κατανοούν αυτή την απόδοση ως αντανάκλαση της έμφυτης ικανότητας και της αξίας τους, η οποία, την ίδια στιγμή, μετριέται και τίθεται απέναντι στην ικανότητα και την αξία των συνομηλίκων και των ανταγωνιστών τους. Η απόσυρση από την τάξη (order) της ιδεολογίας θα σήμαινε οι εκπαιδευτικοί να «ρισκάρουν» την ασυνέπεια, καθώς ο εαυτός και τα κοινωνικά περιβάλλοντα εξαρτώνται ουσιαστικά από την τήρηση της τάξης. Θα σήμαινε την αποκόλλησή τους από την ψυχολογία και τις θεωρίες μάθησης, δύσκολη απόπειρα, αφού οι πιο πολλοί έχουν μεγαλώσει και εκπαιδευτεί με αυτές τις ρηματικές οι οποίες τους εμποδίζουν να φανταστούν τόσο το πώς θα μπορούσε να οργανωθεί η κοινωνική μας ζωή με βάση ένα μοντέλο εκτός από το επιχειρηματικό όσο και το ποιο είδος διδασκαλίας και μάθησης θα μπορούσε να συμβεί χωρίς τους μηχανισμούς λογοδοσίας.

Στον χώρο της εκπαίδευσης η διαφωνία (dissensus) (Ρανσιέρ 2008) ως προσέγγιση, μπορεί να δημιουργεί τον νέο κόσμο παράλληλα με αυτόν που θεωρείται δεδομένος. Η θεώρηση του Ρανσιέρ για τη ριζική ισότητα ως προσέγγιση στην εκπαίδευση δείχνει τον δρόμο (μονόδρομο) μέσω του οποίου οι εκπαιδευτικοί μπορούν να συνδέουν την παιδαγωγική με την πολιτική και να αναδεικνύουν το επίπεδο (οριζόντιο) της ακαδημαϊκής γνώσης που υπόσχεται η επιστήμη. Η ριζική ισότητα δίνει τη δυνατότητα για την κριτική επανεξέταση του κάθε κλάδου της επιστήμης, για μια ρηματική που επιτρέπει στις φωνές των μαθητών να ακουστούν στα αντίστοιχα μαθήματα. Την υποστηρίζουν οι εκπαιδευτικοί που πιστεύουν στη μεγάλη πρόκληση να διευκολύνουν την εκδήλωση της ίσης πνευματικής δύναμης των μαθητών τους κατά τη διαδικασία της διδασκαλίας στην αίθουσα, που αντιστέκονται και δεν δίνουν στους μαθητές τους το μέτρο της υποτιθέμενης ανικανότητάς τους μέσα από την απαίτηση να γνωρίζουν τον ένα και μοναδικό τρόπο εξήγησης που τους παρουσιάζουν. Οι εκπαιδευτικοί που μπορούν να διδάσκουν τους μαθητές τους προσβλέποντας στη χειραφέτηση κι όχι στην αποβλάκωση. Οι εκπαιδευτικοί που αγωνιούν για τη μετάβαση σε μια πιο πολιτικοποιημένη μορφή πολιτειότητας των μαθητών τους, με τον μη θετικό προσανατολισμό στη συστημική συναίνεση και στηρίζουν τη διδασκαλία που είναι πιο κοντά στη διαφωνία, την αναστάτωση, στη διαφωνία στο όνομα της ισότητας και της δικαιοσύνης. Η θεώρηση του Ρανσιέρ μπορεί να μας βοηθήσει (Lather, 2012a) να προχωρήσουμε πέρα από την εκπαίδευση, πέρα από την κριτική των χειραφετητικών έργων, προς ένα είδος αναζωογόνησης της λαϊκής σκέψης, του απεριόριστου δυναμικού όλων των ατόμων και της ικανότητάς τους να μαθαίνουν και να δημιουργούν.

 

 

Από τη δημοσίευση στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ (Σάββατο 11-5-2024/αρ. φύλλου 2808) Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΤΑ ΜΠΡΕΤΟΝ (Επιμέλεια Λία Βαλάτα Τσιαμά – ιστορικός ερευνήτρια) η συγγραφέας Μαρία Γιαλλούση, επικοινωνεί τη νοηματοδότησή της για το άρθρο:

«ΠΑΙΔΕΙΑ είναι το πόσο μπορούμε να έρθουμε απέναντι από το σύστημα και τους συστημικούς».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ