Τετάρτη, 17 Ιουλίου, 2024

16 Ιουνίου – Η ημέρα του πατέρα: Το κάδρο…

Γράφει η Ελένη Κονιαρέλλη – Σιακή.

Kάθομαι αναπαυτικά στον καναπέ κι αφηρημένα έχω καρφώσει τα μάτια στον πίνακα που είναι απέναντί μου. Όμορφος είναι… Κυριαρχεί το γαλάζιο τ’ ουρανού και της θάλασσας και κάπου στο βάθος του ορίζοντα λίγο καφέ, λίγο γκρίζο, λίγο μαύρο, μια βάρκα, ένας ψαράς, τα δίχτυα. Εγώ όμως επιμένω στον ορίζοντα. Βυθίζομαι στο άπειρο και χάνομαι στην ασπρωπή διαχωριστική γραμμή ουρανού και θάλασσας, μα πριν χαθώ, κρεμιέμαι από αυτήν κι αιωρούμαι για ώρα στο κενό, ενώ τα πόδια μου, έχουν ήδη ακουμπήσει στο νερό. Είναι ζεστό και νομίζω πως αυτόματα μεταφέρει τη ζεστασιά του στο αίμα μου, κι εκεί κρεμασμένος και ζεστός, γαντζώνομαι απ’ την κλωστή του ορίζοντα κι αποφασίζω πως θέλω να σκεφτώ. Ναι, τώρα θέλω να σκεφτώ, τούτη τη δύσκολη ώρα που κλυδωνίζομαι μεταξύ ουρανού και θάλασσας, θέλω να γυρίσω και να σκεφτώ και πάλι, αν τότε έκανα το καθήκον μου. Κι αν το έκανα, γιατί δεν ήρθε να μ’ ευχαριστήσει, κι αν δεν το έκανα, γιατί δεν ήρθε να με μαλώσει. Στο κάτω-κάτω, εγώ τον φρόντιζα κάθε μέρα και περίμενα, καλλιεργώντας την ελπίδα ότι θα ‘ρθει. 

Τότε τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Για ποιες δυσκολίες μιλάμε τώρα; Τότε πέθαινες κάθε νύχτα, και το πρωί ζωντάνευες αν ήσουν τυχερός. Αν δεν ήσουν, πέθαινες στ’ αλήθεια και το πρωί μαθευόταν από τα μοιρολόγια ποιο σπίτι ξεγέλασε η νύχτα και το έβαψε μαύρο. 

Μεγάλωσα σ’ ένα καπνισμένο αγροτόσπιτο. Ήμασταν τέσσερα παιδιά. Εγώ ο τελευταίος. Σαν μάνα ένιωσα τη μεγάλη μου αδελφή που με φρόντιζε. Σαν πατέρα μου το κάδρο. Και αυτό καπνισμένο. Πότε-πότε, όταν το καθάριζε η μάνα, καθόμουν και το κοίταζα για ώρα κι αναρωτιόμουν: Είναι άραγε αυτή η μάνα μου; Στο κάδρο καθόταν σ’ έναν καναπέ με τα δάχτυλα των χεριών πλεγμένα επάνω στα γόνατά της. Ήταν το ίδιο λυπημένη, όπως την έβλεπα και τώρα μπροστά μου, αλλά εκεί στο κάδρο νόμιζες πως το πρόσωπό της το έλουζε ένα φως και το έκανε να δείχνει πιο τρυφερό, πιο παιδικό, όπως τα μωρά που βλέπουμε να χαμογελούν απορημένα στις πρώτες τους φωτογραφίες. Αυτό το παράξενο φως το συναντούσες μόνο στο πρόσωπό της. Το υπόλοιπο σώμα, οι ώμοι, ο λαιμός, το στήθος, τα χέρια, τα πόδια, ήταν πιο σκούρα, σαν να βρίσκονταν συνέχεια στη σκιά ενός δέντρου, που μόνο την κορυφή του ξεγελούσε λίγος ήλιος κι έστειλε μερικές ακτίνες του στο πρόσωπό της. 

Όταν άρχισα να καταλαβαίνω, μου είπαν, ότι αυτός ο άντρας που στεκόταν πάντοτε στο κάδρο, δίπλα στη μητέρα μου κι εγώ τον ένιωθα σαν δέντρο κοντά της, ήταν ο πατέρας μου, που δεν τον θυμάμαι ποτέ ζωντανό. Πέθανε, μου είπαν, όταν ήμουν οκτώ μηνών μωρό. Μεγαλώνοντας, όλο και πιο συχνά άκουγα τη φράση, «να ο μπαμπάς, αυτός είναι ο μπαμπάς σου» και απορημένος προσπαθούσα να καταλάβω, γιατί ο μπαμπάς καθόταν συνέχεια πίσω από το τζάμι του κάδρου του, ενώ η μάνα μου δούλευε όλη τη μέρα στα χωράφια. Και είχα κι άλλες απορίες. Πότε αυτός τρώει, πότε δουλεύει, πότε κοιμάται… Με το που ξυπνούσα το πρωί, έτρεχα στο κάδρο. Αυτός εκεί. Στητός κι ακούνητος. Πριν κοιμηθώ το βράδυ, αυτός εκεί στην ίδια θέση να σκιάζει τη μάνα μου. Μαζί της δεν πήγαινε πουθενά, ούτε όταν αυτή έσκαβε, ούτε όταν θέριζε, ούτε όταν μάζευε τις ελιές, μα ούτε και στην εκκλησία τις Κυριακές. 

Όλα αυτά τα παράξενα που μου συνέβαιναν μεγαλώνοντας, δεν μπορούσα να τα εξηγήσω. Κι όταν μικρό παιδάκι, μου έλεγαν τ’ αδέλφια μου, «ο μπαμπάς πέθανε, ανέβηκε στον ουρανό με τ’ αγγελάκια», δεν τους πίστεψα ποτέ, γιατί εγώ τον αναζητούσα κάθε μέρα και -ω!- τι χαρά, τον έβρισκα πάντα εκεί στο κάδρο του, στη θέση του και όταν οι άλλοι ξεμάκραιναν, κι εγώ άρχισα να λέω λίγες λέξεις, στεκόμουν μπροστά του και του μιλούσα και του έλεγα το μεγάλο μου παράπονο. Τον ρωτούσα συνέχεια γιατί δεν τρώει. Το φαΐ ήταν μπροστά του, στα πόδια του. Η μάνα μου είχε το ντουλάπι κάτω από το κάδρο και μέσα στο πρώτο βαθύ συρτάρι δεξιά, μας άφηνε κάθε πρωί, σε μια μεγάλη σουπιέρα τον ζεστό τραχανά που έφτιαχνε για να τρώμε όλη τη μέρα. Και τρώγαμε. Μόνο που ο τραχανάς, μόλις κρύωνε γινόταν πηχτός κι η μεγάλη μου αδελφή, τον έκοβε με το πηρούνι κομμάτια και μας τον έβαζε να τον φάμε. Και τον τρώγαμε, και μεγαλώναμε, κι έτρωγε κι η μάνα μας το βράδυ απ’ το περίσσευμα. Και το παράπονό μου, πικρό και αξεδιάλυτο: «Μόνο ο μπαμπάς μου δεν τρώει σ’ αυτό το σπίτι…» μουρμούριζα μόνος μου κάποιες φορές. 

Όταν στερεώθηκα καλά στα πόδια μου, βρήκα τη λύση. Ανέβαινα σε μια καρέκλα με το πιάτο μου και το κουτάλι στο χέρι. Άνοιγα σιγά-σιγά το συρτάρι, έβαζα μια μεγάλη κουταλιά φαγητό στο πιάτο, τ’ ακουμπούσα προσεχτικά πάνω στο ντουλάπι και μετά δρασκέλιζα απ’ την καρέκλα και γονάτιζα επάνω στο ντουλάπι, μπροστά ακριβώς στο κάδρο. 

Έπαιρνα από δίπλα μου το πιάτο και βγάζοντας λίγο-λίγο τραχανά στο κουτάλι, το έφερνα προσεκτικά στο στόμα του πατέρα μου, επιμένοντας με παράπονο: «Φάε μπαμπά… Φάε…» 

Και τώρα ακόμα δε θέλω να ξέρω, αν ο πατέρας μου έτρωγε τον τραχανά που τον τάιζα και δε θέλω να το ψάξω τι γινόταν τότε, και ενώ το κάδρο το άφηνα κάθε μέρα πασαλειμμένο με φαγητά, το άλλο πρωί ήταν πεντακάθαρο. Τότε πίστευα ότι ο πατέρας μου έτρωγε, ίσως τη νύχτα που κοιμόμουν, για να μην τον βλέπω να τρώει. 

Αλλά και τώρα το ίδιο πιστεύω. Ότι η παράκλησή μου «φάε μπαμπά… φάε…» δεν πήγε χαμένη. Ο μπαμπάς μου έτρωγε το φαγητό που του έδινα και μεγάλωνε και θέριευε στην ψυχή μου και γινόταν δέντρο σκιερό, που με τ’ ανοιχτά κλαδιά του, σκέπαζε και προστάτευε εμένα, τ’  αδέλφια μου, και τη μάνα μου. Έτσι δε γέρασε ποτέ!… Η μάνα μου γέρασε, τ’ αδέλφια μου κι εγώ μεγαλώσαμε, κάναμε οικογένειες, δικά μας παιδιά κι ο μόνος που έμεινε τόσα χρόνια ίδιος κι απαράλλαχτος, είναι ο πατέρας μου όρθιος εκεί στο κάδρο.

Δεν δέχτηκα ποτέ ότι πέθανε, γιατί για μένα πεθαίνει κάποιος από τη στιγμή που θα τον ξεχάσεις. Κι εγώ τον πατέρα μου δε θα τον ξεχάσω ποτέ.

Η μόνη διαφορά από τότε είναι, ότι τώρα πια δεν τον ταΐζω. Νιώθω ότι δεν χρειάζεται να επαναλάβω -όπως παλιά- «φάε μπαμπά…» Τώρα, και μόνο που επιστρέφω στο «τότε» και βλέπω τον εαυτό μου γονατιστό επάνω στο ντουλάπι με το πιάτο στο χέρι… Φεύγω… απομακρύνομαι βιαστικά από την εικόνα, γιατί μου φαίνεται πως τώρα, μέσα από το κάδρο του μου χαμογελά κουρασμένα και φοβάμαι ότι τον κούρασα εγώ τόσα χρόνια να τον ταΐζω και να τον ρωτώ συνέχεια.

Φεύγω βιαστικά απ’ την εικόνα αυτή και σκέπτομαι ότι απ’ τη στιγμή που γεννήθηκα, η ζωή μ’ έβαλε να διαλέξω ανάμεσα στον πόνο και στο τίποτα.
Κι εγώ, ευτυχώς, διάλεξα τον πόνο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ