Κυριακή, 6 Απριλίου, 2025

Νατάσα Παπαδάκη- Ιωάννα Ρούσσου: «Η πραγματική σύνδεση βασίζεται στη στιγμή και στην αγάπη»

Στη σκηνή του θεάτρου «Αργώ» δυο γυναίκες καταθέτουν την ψυχή τους ερμηνεύοντας τους ρόλους τους. Δυο ρόλους που ο θεατής θα συνδεθεί με ένα τρόπο μαγικό και βαθιά συναισθηματικό μαζί τους. Ο λόγος για την παράσταση «ABSΕΝΤ: Από την αρχή έως το τέλος» του Γιώργου Αγγελίδη, σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Πέρρου με τις ταλαντούχες Ιωάννα Ρούσσου, Νατάσα Παπαδάκη.

H κουβέντα μας, με συγκινεί. Μιλάμε για την παράσταση, για τους ρόλους τους οποίους ενσαρκώνουν, μοιραζόμαστε σκέψεις, συναισθήματα γι’ αυτό το τόσο -κατά τη γνώμη μου- σημαντικό έργο. Ένα έργο τροφή για σκέψη. Ένα έργο που θίγει βασικά ζητήματα που απασχολούν την ανθρώπινη ύπαρξή μας. Τη σχέση μάνας – κόρης και πώς αυτή διαμορφώνεται όταν ανάμεσά τους εισβάλλει και ένα πρόβλημα υγείας στο οποίο η δεύτερη καλείται πλέον να προστατεύσει και να φροντίσει την πρώτη. Τι εστί τελικά πραγματική και αληθινή αγάπη; Είναι τελικά η ζωή μας στιγμές;

Εγώ σας αφήνω να απολαύσετε την κουβέντα μας κλείνοντας με τα λόγια του σπουδαίου φιλοσόφου, Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε: «Η αγάπη δεν είναι παρηγοριά. Είναι φως».

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΑΚΗ

Μιλήστε μας για τους ρόλους τους οποίους ενσαρκώνετε επί σκηνής.

Νατάσα Παπαδάκη: Υποδύομαι την κόρη η οποία έχει επωμισθεί και το δύσκολο ρόλο της φροντιστή της μητέρας της που πάσχει από Αλτσχάιμερ. Στην προσπάθειά της να την προσεγγίσει, αναλαμβάνει πολλούς ρόλους, σ’ ένα αέναο παιχνίδι αναγνώρισης. Ένας από αυτούς τους ρόλους είναι και της θεραπευόμενης, καθώς η μητέρα της ήταν ψυχίατρος. Στο ταξίδι τους αυτό βλέπουμε -από τη μεριά της κόρης- το βάρος της ευθύνης που έχει επωμιστεί. Το να «μεγαλώσει» δηλαδή απότομα και να γίνει η ίδια μητέρα της μητέρας της. Αυτό το βάρος γίνεται ασήκωτο, τη λυγίζει αρκετές φορές αλλά πάντα μένει εκεί, ως την τελευταία στιγμή.

 

Ιωάννα Ρούσσου: Ο ρόλος μου είναι αυτός μιας πρώην ψυχοθεραπεύτριας που πάσχει από Αλτσχάιμερ. Βρίσκεται σε μια συνεχή πάλη ανάμεσα σε στιγμές διαύγειας και στη σταδιακή βύθιση σε έναν άγνωστο εσωτερικό χώρο. Η κόρη της αγωνίζεται να την κρατήσει κοντά, να της μιλήσει, να τη φέρει πίσω. Ο ρόλος μου ψάχνει μια έξοδο κινδύνου να ελευθερωθεί από τη φυλακή που βιώνει ως μια οντότητα που έχασε τη μνήμη, αυτό που τη συνδέει με τη ζωή. Στις στιγμές όμως διαύγειας έχει μικρές εκλάμψεις φωτός. Αυτές οι στιγμές δεν είναι απλώς αναλαμπές μνήμης, είναι στιγμές αλήθειας όπου η γυναίκα δεν είναι απλά μια ασθενής. Είναι ξανά η θεραπεύτρια, η μητέρα, η γυναίκα που υπήρξε και μοιάζει σαν να μπορεί να διαβάσει το παρελθόν αλλά και το παρόν με μια νέα σοφία.

Παρακολουθώντας την παράσταση ένιωσα πως το έργο θίγει βασικά ζητήματα που απασχολούν την ανθρώπινη ύπαρξή μας. Μιλήστε μας για το έργο.

Ν.Π.: Είναι ένα έργο βαθιά υπαρξιακό -όπως σωστά επισημαίνετε- θίγει ερωτήματα που αφορούν στη ζωή και στο θάνατο, στην αναζήτηση του εαυτού μας, στα όρια των σχέσεων, στα προσωπικά μας όρια. Στη σχέση μάνας – κόρης, πώς αυτοί οι δυο ρόλοι μπλέκονται και κάνουν κύκλο, τον φυσικό κύκλο της ζωής και πόσο δυσκολεύουν, όταν υπάρχει στη μέση και ένα τέτοιο πρόβλημα υγείας.

Κυρία Ρούσσου, αισθάνθηκα πως ο ρόλος σας είναι ιδιαίτερα απαιτητικός. Περιγράψτε μου αυτό το ταξίδι της προετοιμασίας έως και την εμφάνισή του μπροστά στο κοινό.

Ο ρόλος αυτός ήταν πράγματι μια συναρπαστική πρόκληση. Από την πρώτη στιγμή που ήρθα σε επαφή με το κείμενο του Γιώργου Αγγελίδη, ένιωσα πως έπρεπε να βουτήξω βαθιά. Το κείμενο αυτό έχει μια ιδιαίτερη γραφή, γεμάτη εσωτερικές διαδρομές, ένας λαβύρινθος.

Ο Αλέξανδρος Πέρρος που σκηνοθέτησε το έργο ξεκίνησε την προετοιμασία με πολύ διάβασμα και ανάλυση του έργου. Με βοήθησε να καταλάβω και να εμβαθύνω στον ιδιαίτερο ψυχισμό αυτής της ηρωίδας που αναμετράται με τη φθορά της μνήμης και τον ίδιο το θάνατο. Ο Αλέξανδρος έχει ένα μοναδικό τρόπο να σε οδηγεί στο ρόλο χωρίς να σου δείχνει το δρόμο με έτοιμες απαντήσεις. Σου ζητά να αφεθείς, να εμπιστευτείς τη διαίσθησή σου, να φτάσεις σε εκείνα τα ανεξερεύνητα σημεία του ρόλου που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά.

Αναρωτήθηκα τι με συνδέει με την ηρωίδα και χρειάστηκε να ανασύρω δικές μου μνήμες, φοβίες και τραύματα για να την συναντήσω. Δεν μπορώ να κρίνω αν τα κατάφερα με επιτυχία να την φέρω στη σκηνή, ξέρω όμως ότι νιώθω μια βαθιά τρυφερότητα γι’ αυτή.

Η μουσική του Νίκου Τσέκου ήταν καθοριστική για το έργο. Προσωπικά μιλώντας, νιώθω ότι μου άνοιξε πόρτες και με βοήθησε να βρω γερό πάτημα για τις ψυχικές μεταπτώσεις αυτού του ρόλου. Η μουσική του λειτουργεί σαν ένα υπόγειο νήμα που συνδέει τα πάντα. Και, φυσικά, η συνεργασία μου με τη Νατάσα Παπαδάκη η οποία ήταν εξαιρετική. Η σκηνική μας σχέση χτίστηκε πάνω σε απόλυτη εμπιστοσύνη, πράγμα που μας έδωσε την ελευθερία να εξερευνήσουμε δυναμικές και να φέρουμε στη σκηνή κάτι ζωντανό και αληθινό. Και μετά ήρθε στη σκηνή. Εκεί όλα δοκιμάζονται ξανά και ξανά. Η αλληλεπίδραση με τη Νατάσα, η ενέργεια της σκηνής, οι αντιδράσεις του κοινού. Κάθε βράδυ φέρνουν κάτι νέο. Μια διαδικασία που δεν τελειώνει ποτέ.

Κυρία Παπαδάκη, τι σας διδάσκει εκείνη η κοπέλα, το κορίτσι που ενσαρκώνετε; Τελικά το παιδικό τραύμα βρίσκει θεραπεία;

Το κορίτσι που ενσαρκώνω, με διδάσκει το κουράγιο, την επιμονή και την αναζήτηση της δύναμης που έχουμε όλοι μέσα μας, αλλά δεν τη γνωρίζουμε, μέχρι τη στιγμή που η ανάγκη μάς χτυπήσει την πόρτα. Δεν είναι μια ηρωίδα με κραυγαλέες λύσεις ή κατακτήσεις. Είναι ένα πλάσμα εύθραυστο, που όμως δεν σταματά ν’ αναζητά. Μέσα στην ομίχλη των μνημών, των ελλείψεων και των σιωπών, αποφασίζει να μείνει. Να παλέψει με μια μητέρα που δεν την αναγνωρίζει, αλλά κυρίως με τον ίδιο της τον εαυτό και τις αδυναμίες της. Mένει και υπομένει τον πόνο, τη σκληρότητα, τη ματαιότητα. Μένει και προσπαθεί να κρατηθεί όρθια και δυνατή, ακόμα κι όταν γύρω της όλα αποσυντίθενται. Αυτό από μόνο του είναι μια πράξη αγάπης. Το παιδικό τραύμα δεν θεραπεύεται με την έννοια της διαγραφής. Κατευνάζεται όμως, ησυχάζει , όχι επειδή ξεχνάς -δεν μπορείς άλλωστε- αλλά επειδή μαθαίνεις ν’ αναγνωρίζεις τη σκιά, να της μιλάς, να τη συγχωρείς, να υπάρχεις κοντά της. Κι αυτό από μόνο του για μένα, είναι ό,τι πιο κοντινό στην πραγματική θεραπεία. Η αναγνώριση και η αποδοχή.

Κατά τη γνώμη σας κυρία Ρούσσου, αλλά και από την εμπειρία σας στην παράσταση, ποιο είναι το μήνυμα που θέλει να περάσει στο κοινό;

Η παράσταση μιλάει για τη μνήμη, για την απώλειά της, αλλά και για την αποδοχή αυτής της νέας πραγματικότητας. Συχνά, όταν βρισκόμαστε απέναντι σε κάτι τόσο οδυνηρό όπως το Αλτσχάιμερ, η πρώτη μας αντίδραση είναι η αντίσταση, η ανάγκη να κρατήσουμε τον άλλο κοντά μας όπως τον ξέραμε. Όμως, καθώς η ιστορία ξεδιπλώνεται, αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη που υπάρχει για αποδοχή και συμφιλίωση και ότι η πραγματική σύνδεση δεν βασίζεται μόνο στις αναμνήσεις, αλλά σε κάτι πιο ουσιαστικό: στη στιγμή και στην αγάπη. Και νομίζω πως μέσα από αυτή τη διαδρομή το κοινό αναγνωρίζει κάτι δικό του. Γιατί όλοι με κάποιο τρόπο έχουμε βρεθεί στη θέση της κόρης. Όλοι έχουμε προσπαθήσει να κρατήσουμε κοντά μας κάποιον που φεύγει.

Η αγάπη και η αποδοχή υπερνικά κάθε πρόβλημα; Και ο ποιος ο ρόλος της αποδοχής στις ζωές των ανθρώπων;

Ν.Π.: Η αγάπη -πάντα με την αποδοχή- είναι αυτή που απαλύνει τον πόνο και τον μετατρέπει σε κάτι, που μπορείς να διαχειριστείς, μπορείς να ζήσεις μαζί του, χωρίς να σε καταστρέψει. Στο έργο η κόρη δεν ξεχνά, δεν συγχωρεί με τον παραδοσιακό τρόπο, αλλά επιλέγει να παραμείνει. Μέσα σ’ αυτήν την παραμονή γεννιέται μια πιο ώριμη, πιο αληθινή μορφή αγάπης. Η αποδοχή δεν λύνει τα προβλήματα – αλλάζει τον τρόπο που τ’ αντιλαμβανόμαστε και που στεκόμαστε απέναντι και δίπλα τους.

Η αποδοχή έχει/θέτει όρια;

Ι.Ρ: Η αποδοχή δεν σημαίνει παράδοση. Είναι σημαντικό να ξέρεις πότε χρειάζεσαι βοήθεια, πότε να βάλεις όρια και πότε να αφήσεις κάτι να συμβεί χωρίς να το πολεμάς. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην αποδοχή και στα όρια, γεννιέται μια νέα μορφή σχέσης, μια νέα κατανόηση για το τι σημαίνει να αγαπάς πραγματικά.

Γιατί θα συστήνατε σε κάποιο φίλο του θεάτρου να παρακολουθήσει την παράσταση;

Ι.Ρ.: Θα προέτρεπα κάποιον να δει αυτή την παράσταση γιατί δεν είναι απλώς μια ιστορία – είναι μια εμπειρία. Δεν παρακολουθείς απλώς χαρακτήρες να μιλούν για τη μνήμη και την απώλεια.  Βυθίζεσαι μέσα στον κόσμο τους. Η σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Πέρρου δημιουργεί μια ατμόσφαιρα σχεδόν υπνωτιστική, όπου το παρελθόν και το παρόν μπλέκονται, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο μυαλό της ηρωίδας. Το κείμενο του Γιώργου Αγγελίδη δεν εξηγεί, δεν κατευθύνει. Ο ποιητικός του λόγος σε αφήνει να χαθείς μέσα του, να ανακαλύψεις τις λεπτές αποχρώσεις των σχέσεων, να νιώσεις την ομορφιά ακόμα και μέσα στη φθορά. Και μετά έρχεται η μουσική του Νίκου Τσέκου, που δεν συνοδεύει απλώς τη δράση – την καθοδηγεί, τη σκιαγραφεί, τη βαθαίνει. Όλα αυτά μαζί δημιουργούν μια παράσταση που δεν σου προσφέρει απλώς ένα αφήγημα, αλλά μια αίσθηση. Σε κάνει να σκεφτείς, να θυμηθείς, να νιώσεις. Και αυτό, τελικά, δεν είναι το θέατρο στην πιο δυνατή του μορφή; Να σε αφήνει διαφορετικό από ό,τι ήσουν πριν μπεις στην αίθουσα;

Ν.Π.: Γιατί θεωρώ ότι η πένα του Γιώργου Αγγελίδη είναι καθολική. Αφορά είτε λίγο είτε πολύ όλο τον κόσμο. Ο θεατής θα έρθει αντιμέτωπος με πολλά ερωτήματα που έχει θέσει ο ίδιος στον εαυτό του. Θα δει εικόνες που του θυμίζουν κάτι, ίσως ταυτιστεί με πολλά σημεία του έργου, αυτό διαπιστώνω εγώ μετά από κάθε παράσταση, μιλώντας με τους θεατές. Οι περισσότεροι έχουμε έρθει σ’ επαφή είτε άμεσα είτε έμμεσα με αυτή τη νόσο, αλλά ακόμα κι αν ανήκουμε στους τυχερούς που δεν έχουν συνδιαλλαγεί μαζί της, οι εικόνες και τα ερωτήματα που θέτει η παράσταση, σίγουρα μας έχουν απασχολήσει. Επίσης θεωρώ ότι ο λυρισμός, ο ρεαλισμός, η ποίηση, τα φώτα, τα σκηνικά, τα κοστούμια και η μουσική μπλέκονται με τέτοιο τρόπο, που δημιουργούν ένα ψυχόδραμα βαθύ, σκληρό και γλυκό ταυτόχρονα. Μια ωραία αντίφαση και μια προσέγγιση, που δεν συναντάμε συχνά στο θέατρο.

Έως πότε το φιλότεχνο κοινό θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει την παράσταση στο θέατρο «Αργώ»;

Ν.Π.: Έχουμε ακόμα 2 παραστάσεις. Δευτέρα 7 και Τρίτη 8 Απριλίου, στις 21:00.

Κλείνοντας, τελικά η ζωή μας είναι στιγμές;

Ι.Ρ.: Έχουμε μάθει να ζούμε βασισμένοι στις αναμνήσεις μας. Να ορίζουμε τον εαυτό μας μέσα από όσα έχουμε ζήσει, μέσα από τη συνέχεια του παρελθόντος μας. Όμως, η ζωή δεν είναι μόνο αυτό. Υπάρχει ένα φωτεινό κομμάτι που δεν εξαρτάται από τη μνήμη, αλλά από τη δύναμη της στιγμής. Ακόμα κι όταν όλα ξεθωριάζουν, μια στιγμή μπορεί να κουβαλά όλη την αλήθεια. Ένα άγγιγμα, μια φωνή, μια αίσθηση μπορεί να ενώσει ξανά ό,τι έμοιαζε χαμένο. Και εκεί, σε αυτή την καθαρή, απόλυτη παρουσία της στιγμής, ίσως βρίσκεται κάτι πιο ουσιαστικό από τη μνήμη: η ίδια η ύπαρξη, η ίδια η ζωή.

«ABSΕΝΤ: Από την αρχή έως το τέλος»

Κείμενο: Γιώργος Αγγελίδης

Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Πέρρος

Βοηθός Σκηνοθέτη: Χάρης Αποστολάκος

Μουσική: Νίκος Τσέκος

Σκηνικά: Βασίλης Δαρόγλου

Ενδυματολόγος: Έλενα Στρατηγοπούλου

Σχεδιασμός Φώτων: The Chameleon

Βοηθός Παραγωγής: Μαρία Μπακάρα

Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Λέπουρης

Επιμέλεια Μακιγιάζ: Μαργαρίτα Μονέδα

Βίντεο: Blacklist Productions

Οργάνωση παραγωγής: Μαντάμ Σαρδάμ

Πρωταγωνιστούν: Ψυχoθεραπεύτρια: Ιωάννα Ρούσσου

Γυναίκα: Νατάσα Παπαδάκη

• Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00 στο Θέατρο Αργώ, Ελευσινίων 13-15 (Πλησίον του Μετρό Μεταξουργείο) | Τηλέφωνο: 210 5201684 www.argotheater.gr

• Διάρκεια Παράστασης: 70 λεπτά

• Τιμές Εισιτηρίων: 15 € (Κανονικό), 12 € (Μειωμένο), 5 € (Ατέλεια)

• Κρατήσεις εισιτηρίων: www.more.com & στο ταμείο του θεάτρου

• Ig: absent_argo

Διαβάστε ακόμα: «ABSƎΝΤ: Από την αρχή έως το τέλος»- Μια παράσταση που θα σας «αγγίξει» από την αρχή έως το τέλος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img
spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ