Γράφει ο
Κώστας Γιαννόπουλος
H εφημερίδα «Καθημερινή» δημοσίευσε πρόσφατα σε άρθρο μια ρηξικέλευθη πρόταση του κ. Θεοδόση Τάσιου, με την οποία επιχειρείται διόρθωση ή βελτίωση του μονοτονικού συστήματος. Η ιδέα είναι απλή: «Βάζε τον τόνο μόνον όπου και όταν ακούγεται. Ό,τι τονίζεται προφορικώς, τονίζεται και γραπτώς. Τίποτε άλλο». Με τη σημερινή μορφή του μονοτονικού, στην οποία καταλήξαμε κατόπιν βραχύβιων πειραματισμών, ο κ. Τάσιος παρατηρεί ότι επιτρέπονται λανθασμένοι τονισμοί. Και παραθέτει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αντί του «έχε το κατά νουν» όπως ισχύει σήμερα, προτιμάται το «εχε το κατά νούν» γιατί ο τόνος στην εκφορά του λόγου εφαρμόζεται στην τελευταία λέξη κι ας είναι μονοσύλλαβη. Στο μονοτονικό που χρησιμοποιούμε δεν τονίζονται οι μονοσύλλαβες λέξεις παρά μόνο για να αποτρέπεται πιθανή σύγχυση.
Δεν είμαι ο ειδικότερος των ειδικών αλλά η ιδέα μου φαίνεται λογική. Ήρθε όμως με καθυστέρηση δεκαετιών και την πιο ακατάλληλη στιγμή. Ο παρατονισμός ακόμη και των πλέον συνηθισμένων λέξεων στον προφορικό λόγο έχει γίνει εδώ και πολλά χρόνια κάτι ανάμεσα σε μόδα και δήλωση προοδευτικού πνεύματος. Αρκεί να ακούσει κάποιος ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων ή σύγχρονα διαφημιστικά μηνύματα για να διαπιστώσει πως ο τονισμός επαφίεται στην ελεύθερη επιλογή του ομιλούντος, που συχνά επιλέγει και την προ-προπαραλήγουσα. Υπάρχει λοιπόν η υποψία ότι η εφαρμογή του βελτιωμένου μονοτονικού θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση από αυτήν που παρατηρείται εδώ και πάνω από 40 χρόνια εφαρμογής του σημερινού.
Μερικές διευκρινίσεις πριν προχωρήσουμε. Όπως μας ενημερώνει ο συντάκτης του δημοσιεύματος, γνωστός και έγκριτος δημοσιογράφος κ. Β. Αγγελικόπουλος, ο κ. Τάσιος σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός. Παρ’ όλες τις σπουδές και την καριέρα του όμως ασχολήθηκε συστηματικά με γλώσσα, ιστορία, φιλοσοφία και όσα «συνθέτουν τη φυσιογνωμία Αναγεννησιακού Ανθρώπου», κατά το δημοσίευμα. Η περίπτωσή του δεν είναι τόσο σπάνια. Κατά παράδοση, ιδιαίτερη ευαισθησία για τη γλώσσα έχουν δείξει περισσότεροι φυσικομαθηματικοί και λιγότεροι φιλόλογοι – ίσως επειδή οι τελευταίοι ασχολούνται με την αξιολόγησή τους. Ο κ. Τάσιος πιστεύει πως αν προσεχθούν οι απόψεις του ίσως «μπορέσουμε να σταματήσουμε το παράλογο βασανιστήριο εκατομμυρίων Ελλήνων απ’ το αντιεπιστημονικό σύστημα που μας επιβλήθηκε (ασυζητητί) προ 40ετίας». Το γεγονός ότι αυτές οι απόψεις δημοσιεύονται στην «Καθημερινή» με έκαναν να θυμηθώ το κλισέ «ο δολοφόνος επιστρέφει πάντα στον τόπο του εγκλήματος». Εξηγούμαι.
Το 1977 επί υπουργίας Γ. Ράλλη καθιερώθηκε δια νόμου ως επίσημη γλώσσα η «δημοτική χωρίς ακρότητες». Αξίζει να σημειωθεί ότι η δημοτική με το πολυτονικό σύστημα είχε κατακτήσει τη λογοτεχνία πολύ πριν από την «νομιμοποίησή» της. Το 1982 ήρθε από το πουθενά θέμα κατάργησης των τόνων. Η επιβολή του «αντιεπιστημονικού» μονοτονικού με νόμο έγινε με τρόπο πρωθύστερο. Ο νόμος ήρθε κατόπιν εορτής κι αφού είχαν αρχίσει να τον εφαρμόζουν κατά το δοκούν τα δύο μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα: το «Συγκρότημα Λαμπράκη» (σημερινός ΔΟΛ) και η «Καθημερινή» της Ελένης Βλάχου. Υπήρχαν αρκετά θέματα προς επίλυση, όπως για παράδειγμα η σύγχυση που θα προκαλούσε ο τονισμός των ερωτηματικών και αναφορικών “ποῦ” και “πού”, “πώς” και “πῶς” και του εγκλητικού και κτητικού “μοῦ” και “μου” (“σοῦ” και “σου”, “τοῦ” και “του”). Αλλά οι εκδότες δεν μπορούσαν να περιμένουν να κινηθεί η νωχελική κρατική μηχανή. Είχαν στα χέρια τους μια οικονομοτεχνική μελέτη που έδειχνε ότι η διατήρηση των τόνων και των πνευμάτων μεταφραζόταν σε χιλιάδες περισσότερα χτυπήματα ανά βάρδια λινοτυπικής μηχανής. Η κατάργησή τους συνεπαγόταν οικονομία σε μεροκάματα, τα οποία ειδικά στην τυπογραφία της εποχής ήταν τα υψηλότερα της αγοράς- πολύ ανώτερα από τις αμοιβές των μετέπειτα «ρετιρέ της εργατικής τάξης».
Η αρχή έγινε πιλοτικά από τον Ταχυδρόμο, όπου παρέδιδαν «ιδιαίτερα μαθήματα» εξ αποστάσεως οι γκουρού του δημοτικισμού, καθηγητές Φάνης Κακριδής και Ι. Κριαράς. Ο δεύτερος μάλιστα διέθετε κι ένα πεντάλεπτο μετά τις Ειδήσεις της ΕΡΤ-1 για να κάνει εκλαϊκευμένη διάλεξη περί ορθής δημοτικής γλώσσας. Αξίζει να σημειωθεί ότι 5 λεπτά τηλεοπτικού χρόνου ισοδυναμούν με σχεδόν μία ώρα πραγματικού, αλλά η γενναιοδωρία του κρατικού καναλιού εξηγείται αν ληφθεί υπόψη ότι εκείνη την εποχή γενικός διευθυντής της ΕΡΤ-1 ήταν ο Βάσος Μαθιόπουλος, επίσης σημαίνον στέλεχος του ΔΟΛ. Πάντως, κατά τη διάρκεια του πιλοτικού προγράμματος, προτάθηκαν και είναι δημοσιευμένα μερικά τραγελαφικά πειράματα, όπως για παράδειγμα «ο πατέρας-μου» και «ο πατέρασμου». Τη σύγχυση διέλυσε η απόφαση του τότε υπουργού Παιδείας, Λευτέρη Βερυβάκη, με την ένθερμη συμμετοχή του υφυπουργού Πέτρου Μώραλη, που απλώς νομιμοποίησαν το 1982 το μονοτονικό, το οποίο είχαν ήδη καθιερώσει «ασυζητητί» εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας, όπως τα Νέα, το Βήμα και η Καθημερινή. Η απόφαση σερβιρίστηκε με επιχειρήματα σχεδόν ταυτόσημα με εκείνα των πρώιμων δημοτικιστών: απλούστευση, ελάφρυνση των μαθητών και χρησιμοθηρία (θα εξοικονομούνταν ακόμη περισσότερες διδακτικές ώρες για «χρησιμότερες» γνώσεις- όπως θεωρούνται εσχάτως οι έμφυλες ταυτότητες). Επί πλέον, αν και προβλήθηκε επικουρικά, υπήρχε ένα βάσιμο ιστορικό ατού. Οι τόνοι και τα πνεύματα, κατά την επικρατέστερη εκδοχή, εφευρέθηκαν από τους Αλεξανδρινούς και δεν υπήρχαν στους κλασσικούς χρόνους. Επιβλήθηκαν για να μάθουν να μιλούν σωστά την ελληνική, που ήταν η lingua franca της εποχής, οι βάρβαροι – χαρακτηρισμός με εθνολογικό περιεχόμενο για «πάντα μη Έλληνα».
Αξίζει να προσεχθεί πως δεν ήταν η πρώτη φορά που το πρώην «Συγκρότημα Λαμπράκη» επενέβαινε ΔΟΛίως στο γλωσσικό ζήτημα. Προφανώς το εγχείρημα υποστήριζαν επιστημονικά, αν δεν το εισηγήθηκαν, οι σοφές κεφαλές του ΑΠΘ το οποίο στέγαζε τους κορυφαίους των δημοτικιστών καθηγητών, την εποχή που όλα τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε ο συντηρητισμός. Το μακρινό 1960 (Ιούνιος) το «Βήμα» ανακοίνωσε ότι καταργεί από τα κείμενά του την υπογεγραμμένη και τη βαρεία. Οι εξηγήσεις επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν αργότερα για τη δικαίωση της δημοτικής και για την επιβολή του μονοτονικού.
Από σήμερον «ΤΟ ΒΗΜΑ» παύει να χρησιμοποιή εις τα κείμενά του τον τονισμό, δια της βαρείας, καθώς και την υπογεγραμμένην, δύο σημεία, δηλαδή, των οποίων όχι μόνον ατόνησε η γραμματική χρησιμότης, αλλά και η παρουσία εις τα χειρόγραφα κείμενα κατέστη σπανιωτάτη. Επομένως η κατάργησις, από των στηλών μας, της βαρείας και της υπογεγραμμένης, επισημοποιεί απλώς από καιρού υφισταμένην κατάστασιν που προήλθεν από φυσικήν εξέλιξιν του γραπτού μας λόγου. Εξέλιξιν η οποία, ας μην έχωμεν αμφιβολίας, θα απορρίψη σιγά-σιγά ό,τι περιττόν στοιχείον δυσχεραίνει την εκμάθησιν και την ορθήν χρήσιν της Ελληνικής γλώσσης».
Δεν είναι γνωστό αν προηγήθηκε κάποια οικονομοτεχνική μελέτη ούτε πόσα χτυπήματα εξοικονομήθηκαν ανά βάρδια σε κάθε λινοτυπική μηχανή. Αλλά κάποιοι ρομαντικοί εξέφρασαν τη θλίψη τους για την απλούστευση. Ειδικά ο Ντίνος Χριστιανόπουλος αφιέρωσε στην υπογεγραμμένη ένα ευφυές μικρό ποίημα: «…Μην καταργείτε την υπογεγραμμένη ιδίως κάτω από το ωμέγα. Είναι κρίμα να εκλείψει η πιο μικρή ασέλγεια του αλφαβήτου μας».
Άξια προσοχής είναι η πρόβλεψη (ή προειδοποίηση) ότι στο μέλλον θα απορριφθεί «σιγά-σιγά ό,τι περιττόν στοιχείον δυσχεραίνει την εκμάθησιν και την ορθήν χρήσιν της Ελληνικής γλώσσης». Η πρόβλεψη επαληθεύτηκε ως προς την απόρριψη των «περιττών στοιχείων» (όπως η περισπωμένη, η ψιλή και η δασεία) αλλά απέτυχε παταγωδώς ως προς την εκμάθηση και ορθή χρήση της γλώσσας. Μάλλον το αντίθετο συνέβη. Η αγραμματοσύνη κυριαρχεί ακόμη και σε τομείς όπου δεν είχε τολμήσει να εμφανιστεί πριν από την απλούστευση. Πάντως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Όπως δείχνουν τα sms της νεολαίας έχει ήδη επιβληθεί το ατονικό σύστημα και σιγά σιγά επικρατούν τα greeklish. Είναι αναπόφευκτο να καταργηθεί η «γραμματική χρησιμότης» του ελληνικού αλφαβήτου ώστε να επισημοποιηθεί η «από καιρού υφισταμένη κατάστασις που προήλθε από την φυσικήν εξέλιξιν του γραπτού μας λόγου». Οι ελληνικές επιγραφές σε καταστήματα που έχουν καταστεί εθνικό αξιοπερίεργο λόγω σπανιότητας, δείχνουν τον δρόμο προς το εγγύς μέλλον.