Γράφει ο Φώτης Αλεξόπουλος
Οικονοµολόγος, μέλος του ΙΝΚΑ/Γενική Οµοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδος
Η εξωτερική πολιτική θεωρείται παραδοσιακά ένας από τους πιο σταθερούς πυλώνες του κράτους. Χαράσσεται µε γνώµονα τη συνέχεια, την αξιοπιστία και τη στρατηγική µνήµη. Όµως, η διεθνής άνοδος του λαϊκισµού έρχεται να ανατρέψει αυτή τη βεβαιότητα. Και το ερώτηµα που τίθεται και που η Ελλάδα δεν έχει ακόµη τολµήσει να συζητήσει σοβαρά είναι ποιο αποτύπωµα αφήνει ο λαϊκισµός στη διπλωµατία, όχι µόνο άµεσα αλλά και σε βάθος χρόνου.
Τρόπον τινά, ο λαϊκισµός εισάγει δύο νέα στοιχεία στη διαχείριση των διεθνών σχέσεων:
– Την πολιτικοποίηση: η εξωτερική πολιτική µετατρέπεται από τεχνοκρατική υπόθεση σε εργαλείο εσωτερικής συσπείρωσης. Οι διεθνείς διαµάχες παρουσιάζονται µε όρους «πατριωτισµού» και «εθνικής υπεράσπισης» απέναντι σε «ξένα συµφέροντα».
– Την εξατοµίκευση: οι αποφάσεις συγκεντρώνονται γύρω από τον εκάστοτε ηγέτη. Το κράτος προβάλλεται µέσα από το προσωπικό του προφίλ και η διπλωµατία προσωποποιείται.
Τι µένει όµως πίσω;
Ακόµη και όταν οι λαϊκιστές ηγέτες αποχωρούν, η ζηµιά δεν εξαφανίζεται. Αντίθετα, οι επιπτώσεις είναι βαθιές και µακροχρόνιες:
– Θεσµική αποδυνάµωση: τα Υπουργεία και οι διπλωµάτες παρακάµπτονται, µε αποτέλεσµα να χάνεται η θεσµική συνέχεια.
– Αναξιοπιστία: οι συνεχείς αλλαγές στάσης δηµιουργούν την εικόνα µιας χώρας που δεν έχει σταθερή στρατηγική.
– Εσωτερικοί διχασµοί στο εξωτερικό: η αντιπαράθεση για θέµατα εξωτερικής πολιτικής µεταφέρεται διεθνώς, κάνοντας τη χώρα να εµφανίζεται µε «διπλό µήνυµα».
– Κίνδυνος αποµόνωσης: η έµφαση σε επικοινωνιακά «πατριωτικά» σόου οδηγεί συχνά σε διεθνή αµηχανία και περιορίζει τα περιθώρια ελιγµών.
– Μια νέα κουλτούρα αποφάσεων: ακόµη και οι επόµενες κυβερνήσεις κληρονοµούν τη λογική ότι η εξωτερική πολιτική µπορεί να λειτουργεί ως εργαλείο εσωτερικής κατανάλωσης.
Η χώρα µας βρίσκεται σε µια από τις πιο ασταθείς γειτονιές του πλανήτη, µε ανοιχτά µέτωπα και σύνθετες ισορροπίες. Παρ’ όλα αυτά, το Υπουργείο Εξωτερικών και η εκάστοτε κυβέρνηση δεν έχουν ανοίξει ποτέ σοβαρά τη συζήτηση για τις µακροπρόθεσµες συνέπειες του λαϊκισµού στη διπλωµατία µας. Αντιθέτως, συχνά η εξωτερική πολιτική εργαλειοποιείται, άλλοτε µε «πατριωτικές» κορώνες κι άλλοτε µε «εύκολες λύσεις» για το εσωτερικό ακροατήριο.
Τέλος, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιµετωπίζει την εξωτερική της πολιτική σαν πεδίο επικοινωνιακής κατανάλωσης. Οι διεθνείς σχέσεις απαιτούν συνέπεια, βάθος και στρατηγική ψυχραιµία. Αν επιτρέψουµε στον λαϊκισµό να αλλοιώσει αυτόν τον πυρήνα, τότε το κόστος δεν θα είναι απλώς πολιτικό αλλά εθνικό και θα το πληρώσουµε ακριβά στο µέλλον.


