Γράφει η Ρίκα Χρυσανθοπούλου
Διηγηματογράφος
Ο κύριος Τρύφωνας, δεν είναι πάνω από σαρανταπέντε χρόνων, θα έλεγε κάποιος, που µετράει τις ρυτίδες και τη στάση του σώµατος. Κι όµως, φαινόταν µεγάλος άνθρωπος εδώ και µια δεκαετία. Αξιοσέβαστος και βλοσυρός χρόνια τώρα. Ψιλόλιγνος, ατσαλάκωτος και λιγοµίλητος.
Κάθε πρωί άνοιγε το µπαχαρτζίδικο που έχει στην Ευρυπίδου, κληρονοµιά του πατέρα του, και µοσχοµύριζε ο δρόµος όλος, κανέλα, γαρύφαλλο και πάπρικα. Παροιµιώδης η τάξη µέσα στο µαγαζί, λες και στοίχιζε τα βάζα, τα κουτιά και τα σακούλια, κάποια νεράιδα τις νύχτες που όλη η πόλη κοιµόταν.
Μοναδικός του φίλος ο Χρήστος, που είχε το µαγειρείο στη γωνία και του ετοίµαζε το πιάτο του, νωρίς κάθε απόγευµα, όταν έκλεινε το µαγαζί του για λίγο. Σ’ αυτόν, χάριζε πάντα ένα χαµόγελο κι έλεγε καµιά κουβέντα.
«Καλώς το φίλο µου, κόπιασε!» του είπε ο Χρήστος κι εκείνο το απόγευµα, όπως τα προηγούµενα. «Λαχανοντολµάδες σήµερα; Άλλο πράγµα σου λέω! Λουκούµι!».
«Βάλε… βάλε!» απάντησε ο κύριος Τρύφωνας. «Πάρε καρέκλα και κάτσε!».
«Τι έγινε; έχεις νέα από τη µικρούλα “γεροµπισµπίκη”;» είπε ο Χρήστος, τονίζοντας τις λέξεις ψιθυριστά και γέλασε πονηρά.
«Μην τη λες έτσι… Άννα τη λένε… Αννούλα! Τρεις µήνες δουλεύει στο µαγαζί µου κι αστράφτει ο τόπος. Σου το ‘χω ξαναπεί. Γλυκοµίλητη, καταδεκτική µε τους πελάτες, έµαθε όλο το εµπόρευµα γρήγορα, σαν να το ήξερε από χρόνια! Άλλο πράµα σου λέω το κορίτσι. Ανεκτίµητο! Κι όµορφη, πολύ όµορφη!».
«Αφού πέρασα και την είδα! νόστιµη κι αν σ’ αρέσει εσένα, για µένα περισσεύει! ∆εν είναι και µικρούλα. Τριαντάρα πατηµένα την κόβω και κάτι ψιλά!».
«Είναι πολύ ευγενική µαζί µου, γελαστή, σαν γάργαρο νερό η φωνούλα της!».
Το πιάτο µε τους λαχανοντολµάδες προσγειώθηκε αχνιστό µπροστά στον Τρύφωνα µε το ανάλογο ψωµάκι. Το χέρι του έπιασε µια φέτα απαλά, και τη χάιδεψε µε τον αντίχειρα, θαρρείς και δεν ήταν ψωµί, µα κάτι άλλο που ταξίδευε στο νου του.
Ο Χρήστος έσυρε την ψάθινη καρέκλα και κάθισε πλάι του.
«Χρόνια ολόκληρα σε ξέρω, και πρώτη φορά βλέπω τα µάτια σου ταξιδιάρικα πουλιά. Το ξανάπαµε! Αν σκέπτεσαι κάτι συχνά και συνέχεια, δίχως τίποτε να κάνεις, θα σαπίσει η σκέψη και θα πέσει απ’ το δέντρο.
Πότε σκοπεύεις να κάνεις µια κίνηση βρε αδερφέ; Μέχρι πότε θα σ’ έχω στο µαγειρειό κούτσουρο; Να βρεις κι εσύ µια γυναίκα… τον έχεις τον τρόπο σου να τη ζήσεις. Άιντε κουνήσου πια! Μούχλα σκέτη έχεις καταντήσει».
«Βρε λες; Ούτε βέρα φοράει, ούτε τηλέφωνα και ψου-ψου… σοβαρή κοπέλα σου λέω. Βρε λες; Αύριο ζήτησε να φύγει λίγο πιο νωρίς, να πάει κοµµωτήριο εδώ κοντά µου είπε, ξέρεις… στη Σταθούλα».
«Πώς θα την γνωρίσεις καλύτερα; Ναι… λέω… κουνήσου άµα σ’ αρέσει η κοπέλα… τρόµαξες να βρεις και µια να σ’ αρέσει τόσα χρόνια τώρα!».
Το κοµµωτήριο της Σταθούλας ήταν σ’ έναν παράδροµο της οδού Αθηνάς. Μικρό, συνοικιακό µε σταθερή πελατεία.
Πήρε να σουρουπώνει και το θαµπό φως των δρόµων άναψε γλυκά. Οι σκιές και οι εσοχές ευνοούσαν τον άντρα που στεκόταν παράµερα και παραφύλαγε ακουµπισµένος σε µια είσοδο, κρατώντας ντροπαλά ένα µπουκέτο µε ροζ ακριβά τριαντάφυλλα, ζωσµένα µε σκούρο χαρτί. Μια µακριά γαλάζια κορδέλα τρεµόπαιζε και ξεγλιστρούσε έξω από τη σκιά του, παιχνιδίζοντας στο µείγµα προσµονής και καυσαερίου.
Ο χειµωνιάτικος αέρας χάιδευε τη µακριά ατσαλάκωτη καπαρντίνα και τα τσίνορα που σκίαζαν το βλέµµα, το γεµάτο αµφιβολίες. Οι σκέψεις του ανάκατες. Μήπως το µπουκέτο ήταν πολύ; ∆εν θα της έκανε και πρόταση γάµου πια! Γελοίος θα της φαινόταν. Θα τον απέρριπτε στα σίγουρα και ποιός ξέρει, µπορεί να έφευγε κι από το µαγαζί και να την έχανε για πάντα. Μήπως θα φαινόταν πολύ, να της προσφέρει τα τριαντάφυλλα για την αυριανή γιορτή της;
Στ’ αυτιά του η φωνή του Καλογιάννη «αχ Αννούλα του χιονιά, δεν θα είµαι πια µαζί σου». Πληµµύρισε η καρδιά του άγχος. Όχι, όχι, λάθος κάνω! Τι θα σκεφτεί για µένα που κρυµµένος στα σκοτάδια τη στήνω έξω από το κοµµωτήριο της Σταθούλας; Απρέπεια. Μεγάλη απρέπεια. Παρόρµηση! Τι είµαι… λιµοκοντόρος; Ίσως να το δει σαν προσβολή! Μπα… λάθος… όλα λάθος. Σοβαρέψου Τρύφωνα… µουρµούρισε.
Κατηφόρισε στο µαγαζί του, γλιστρώντας στις σκιές, µην τον πάρει µάτι κανείς και ξεφτιλιστεί µε τα ροζ τριαντάφυλλα στο χέρι. Λίγο πριν φτάσει, πέταξε το µπουκέτο πάνω σε κάτι χαρτόκουτες, στα σκουπίδια.
Τρύπωσε στο µαγαζί, κρέµασε την ακριβή καπαρντίνα και ξαναέκανε λογαριασµούς στα κιτάπια του ώσπου νύχτωσε. Έκλεισε και έφυγε όπως κάθε βράδυ, µε βήµα βαρύ.
Το πρωί, η Αννούλα µπήκε φρεσκοκουρεµένη στο µπαχαρτζίδικο, ίδια η Άνοιξη µέσα στον χειµώνα. Τα µάτια του Τρύφωνα έλαµψαν. Του χαµογέλασε, τον καληµέρισε όπως πάντα, κι έβαλε στο µοναδικό σωληνωτό βάζο που είχαν, ένα ροζ τριαντάφυλλο.
«Κάποιος πέταξε εδώ κοντά, ένα πανέµορφο µπουκέτο στα σκουπίδια. Πήρα ένα τριαντάφυλλο για το µαγαζί. Κρίµα! Ήταν τόσο όµορφα! Ποιός ξέρει, ίσως κάποιος καβγάς; Κάποια χαµένη ευκαιρία; Τόσο κρίµα! Αν µου τα πρόσφεραν εµένα, θα πετούσα από τη χαρά µου!» είπε…
* rica@ath.forthnet.gr


