Κυριακή, 11 Ιανουαρίου, 2026

«Άστραψε» η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών σε έργα Μπετόβεν και Μπραμς!

Γράφει η Μαρία Μ. Μόσχου
Αριστούχος διδάκτωρ Τμήματος Μουσικών Σπουδών Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Αντιπρόεδρος Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών
Μουσικοκριτικός
Καθηγήτρια Μουσικής

* Mε τον Λουκά Καρυτινό στο πόντιουμ και τον Αλεξέι Βολόντιν στο πιάνο

Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στην κατάμεστη από κοινό αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» έλαβε χώρα η εναρκτήρια συναυλία της ΚΟΑ υπό την καθοδήγηση του αρχιμουσικού Λουκά Καρυτινού, όπου περιελάμβανε την Έβδομη Συμφωνία του Λούνβιχ Βαν Μπετόβεν (Ludwig van Beethoven: 1770-1827) σε λα μείζονα, έργο 92 και το Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 1 σε ρε ελάσσονα (έργο 15) του Γιοχάνες Μπραμς (Johannes Brahms: 1833-1897), με τον διεθνώς αναγνωσμένο Αλεξέι Βολόντιν στο πιάνο. Ένα πρόγραμμα εύστοχα επιλεγμένο, με συνοχή και ομαλή διαδοχή από το πρώτο στο δεύτερο μέρος.

Τι να πει κανείς για το ανυπέρβλητο αυτό έργο του τιτάνα της μουσικής, Λούντβιχ βαν Μπετόβεν; Την Έβδομη αυτή Συμφωνία τη συνέθεσε μεταξύ 1811 και 1813 και εδόθη για φιλανθρωπικό σκοπό στη Βιέννη στις 8 Δεκεμβρίου 1813, για την οικονομική ενίσχυση των τραυματιών της μάχης του Χάναου, με τη συμμετοχή διάσημων μουσικών προσωπικοτήτων της εποχής μεταξύ των οποίων και του δασκάλου του Μπετόβεν Αντόνιο Σαλιέρι.

Σύμφωνα με τον Ρίχαρντ Βάγκνερ -όπως χαρακτηριστικά πληροφορεί και το έντυπο καλαίσθητο πρόγραμμα- για την Έβδομη Συμφωνία του Μπετόβεν: «Όλη η ανησυχία, όλος ο πόθος και η καταιγίδα της ψυχής γίνονται εδώ μια γεμάτη δριμύτητα χαρά, η οποία μας ταξιδεύει […] μέσα από έναν ευρύ χώρο φύσης, μέσα από όλα τα ρεύματα και τα κύματα της ζωής… Η Συμφωνία είναι η Αποθέωση του Χορού… χορός με την υψηλότατη έννοια… ενσωματωμένη σε μια ιδεώδη ηχητική δομή». Ένα από τα στοιχεία όπου στηρίζεται η έμπνευση, και η συνδυαστική ικανότητα των τεχνών, του ρυθμού, της μελωδίας και της αρμονίας, μέσω του μουσικού χαρίσματος του Μπετόβεν.

Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της Συμφωνίας, (σε μορφή σονάτας), το χορευτικό – ρυθμικό στοιχείο κορυφώνεται με τους μουσικούς της Κρατικής μας Ορχήστρας να συντονίζονται άψογα υπό την παραστατική καθοδήγηση του μαέστρου Λουκά Καρυτινού και να μεταφέρουν στους ακροατές τη μεγαλειώδη μουσική σύλληψη του Μπετόβεν.

Μετά το διάλειμμα, ακολούθησε το δεύτερο μέρος με το Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 1 σε ρε ελάσσονα, έργο 15 του Γιοχάνες Μπραμς (1883-1897), με τον παγκοσμίως αναγνωρισμένο δεξιοτέχνη του πιάνου Αλεξέι Βολόντιν να καθηλώνει με το λαμπερό, δυναμικό και ταυτόχρονα ευαίσθητο παίξιμό του. Το έργο αυτό, κατόπιν πολλών διορθώσεων, ολοκληρώθηκε το 1858, με την πρώτη εκτέλεση να συναντά την αδιαφορία του κοινού.

Ωστόσο το γεγονός αυτό δεν έκαμψε τη δημιουργική ορμή του συνθέτη, απεναντίας αποτέλεσε εφαλτήριο για περαιτέρω προσπάθειες και αυτοκρικτική και που αποκαλύπτει το ψυχικό σθένος του Μπραμς. Συγκεκριμένα έγραφε: «Ίσως αυτό είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί. Αναγκάζει να βάλει κανείς σε τάξη τις ιδέες του και δίνει κουράγιο […]». Θεώρηση που θα έπρεπε να εμπνέει κάθε άνθρωπο και ιδιαιτέρως τα νέα παιδιά για να μην απογοητεύονται στο πρώτο εμπόδιο που συναντούν στην όποια πορεία τους. Όπως αποδείχθηκε, με το πέρασμα των ετών, όντως το πρώτο αυτό Κοντσέρτο αναδείχθηκε ως ένα από τα εμβληματικότερα έργα της Ρομαντικής Εποχής.

Το Κοντσέρτο αυτό αποτελείται από τρία μέρη, όπου το πρώτο μέρος γραμμένο στη ρε ελάσσονα φέρει την επίδραση που άσκησε στον ψυχισμό του συνθέτη ο θάνατος του συμβούλου του στη μουσική Ρόμπερτ Σούμαν (1810-1856). Αντίστοιχα και το πιάνο εμφανίζει μια λυπηρή θρηνητική διάθεση, όπου στο δεύτερο ιδίως θέμα παρουσιάζει μια «προσευχητική» διάθεση αποτυπώνοντας -σύμφωνα με τον ίδιο τον Μπραμς- την ψυχική διάθεση της συζύγου του εκλιπόντος συνθέτη Κλάρας Σούμαν.

Αντιθέτως, το τρίτο μέρος του Κοντσέρτου του Μπραμς, εμφορείται αρχικά από ένταση και μπρίο τόσο από την ορχήστρα όσο και από το πιάνο, με την εμφάνιση αντιθετικών επεισοδίων στην πορεία, για να καταλήξει σε ένα θριαμβευτικό φινάλε σε ρε μείζονα.

Πρόκειται για ένα έργο απαιτήσεων, τόσο από την ορχήστρα όσο και από τον σολίστα, καθώς μεταξύ άλλων προσπαθεί να περιγράψει ψυχικές μεταπτώσεις και ως εκ τούτου «χρειάζεται» έναν σολίστ στο πιάνο με ψυχική ευαισθησία αλλά και δεξιοτεχνική μαεστρία, όπως ο Αλεξέι Βολόντιν. Με το άγγιγμα και μόνο των πλήκτρων, τα δάχτυλά του εξέφραζαν συναισθήματα και νοηματοδοτούσαν κάθε νότα σε όποια ένταση και εάν έπαιζε, από pianissimo (πολύ σιγά) έως fortissimo (πολύ δυνατά).

Αντίστοιχα και η Κρατική μας Ορχήστρα, άψογα συντονισμένη με τον πιανίστα και ακολουθώντας την έμπειρη μπακέτα του μαέστρου της Λουκά Καρυτινού, απέδωσε και τα δύο έργα με ενάργεια και σύμφωνα με το πνεύμα των δύο κορυφαίων αυτών συνθετών.

Αξίζει συγχαρητηρίων η όλη αυτή προσπάθεια των μουσικών της Κρατικής μας Ορχήστρας και του καλλιτεχνικού διευθυντή της Λουκά Καρυτινού. Ελπίζουμε και ευχόμαστε να συνεχίσουν να προσφέρουν στο φιλόμουσο κοινό αντίστοιχα ερμηνευτικά διαμάντια από τα φωτεινά αστέρια του μουσικού στερεώματος!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ