Γράφει η Πέγκη Φαράντου
ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ – ΖΩΓΡΑΦΟΣ
Σε ένα χωριό στο όρος Βόρας, ζούσαν η Γεωργία και ο Θανάσης, από τότε που γεννήθηκαν. Σε ένα χωριό που αγνάντευε την Ελλάδα από ψηλά. Ένα χωριό, μέσα σε πυκνά δάση καστανιάς, δρυός, οξιάς και πεύκης, με σπάνια βλάστηση και ιδιαίτερη πανίδα. Εκεί, στην πινέζα του χάρτη, όπως συνήθιζε να λέει ο Θανάσης, οι συνθήκες ζωής ήταν σκληρές, όμως οι άνθρωποι μαθημένοι να τις αντιμετωπίζουν. Οι άνθρωποι αυτοί, φύλακες θαρρείς μιας Ελλάδας στο βόρειο άκρο της, στα σύνορα με τα Σκόπια.
Το όμορφο αυτό χωριό, σκαρφαλωμένο στο βουνό με τα πυκνά δάση, είχε λίγους μόνιμους κατοίκους. Κάτοικοι που επέμεναν να μένουν εκεί, παρά τις δυσκολίες. Με δύσκολο οδικό δίκτυο, μηδαμινές ιατρικές υποδομές και πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες. Οι νέοι, έφευγαν γρήγορα από τον τόπο τους, για να αναζητήσουν στις πόλεις τις ευκαιρίες που επιθυμούσαν, αφήνοντας πίσω τους γονείς και τους παππούδες. Κάθε φορά που η καμπάνα του χωριού χτυπούσε πένθιμα, το χωριό έχανε και έναν μόνιμο κάτοικο, που κρατούσε ζωντανό το χωριό, κάνοντάς το ολοένα και πιο μικρό.
Κάθε μέρα έλεγε η Γιωργία στον Θανάση, «να φύγουμε Θανάση από εδώ, θα πεθάνουμε και δεν θα μπορούν ούτε να μας βρουν». Και ο Θανάσης τής απαντούσε «και τι φοβάσαι μωρέ γυναίκα», και η Γιωργία συνέχιζε, «μας έχουν ξεχάσει εμάς εδώ στα χωριά, μόνο την πρωτεύουσα σκέφτονται». «Κανείς δεν έχει συμβόλαιο με τη ζωή, γυναίκα, και σαν θέλει ο Θεός, θα τον πάρει και από τα ανάκτορα και από τα καλύβια, σύρε τώρα να βάλεις και άλλο κούτσουρο στη φωτιά και έρχονται τα παιδιά σήμερα».
Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς, η κυρά Γιωργία ήταν χαρούμενη γιατί θα πήγαιναν τα παιδιά να γιορτάσουν την αλλαγή του χρόνου. Εκείνη τη μέρα έκανε πολύ κρύο, το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα. Ο κυρ Θανάσης είχε ξυπνήσει από ξημέρωμα για να ανοίξει δρόμο στο χιόνι, που να οδηγεί στο σπίτι. Είχε βάλει τα ζώα στον στάβλο για να προστατεύονται από το κρύο και τα είχε ετοιμάσει όλα. Το τζάκι έκαιγε μεγάλα κούτσουρα από νωρίς, κάνοντας το σπίτι ζεστό. Ένα άρωμα από καμένο ξύλο διαχέονταν σε όλο τον χώρο. Η κυρά Γιωργία ετοίμαζε πίτες, που είχαν αρχίσει και αυτές να προσδίδουν το άρωμά τους στον μικρό χώρο και κυρ Θανάσης ετοίμαζε κρέας από κυνήγι.
Η ώρα περνούσε και ο ήλιος είχε δύσει στο ψηλό βουνό. Στο τζάκι δεν σταματούσαν να καίγονται μεγάλα κούτσουρα που έσκαγαν κατά διαστήματα. Οι πίτες ήταν έτοιμες και τοποθετημένες στο τραπέζι και το εκλεκτό ψητό περίμενε να σερβιριστεί. Σε λίγη ώρα, ακούστηκαν βήματα μέσα στο χιόνι, μαζί με φωνές και γέλια. Τα παιδιά της Γιωργίας και του Θανάση είχαν έρθει μαζί με φίλους. Η Μαρία, ο Μάνος, ο Thomas από τη Γερμανία, η Kadi από το Κογκό, η Αdelin από την Αλβανία, η Ειρήνη. Το τραπέζι γέμισε με κόσμο και χαμόγελα. Τα φαγητά τιμήθηκαν από όλους και άφθονο κόκκινο κρασί συνόδεψε το εορταστικό γεύμα.
Η χρονιά άλλαζε και ο νέος χρόνος ερχόταν με χαρά. Όλοι αγκαλιάζονταν και αντάλλασσαν φιλιά και ευχές. Τότε η κυρά Γιωργία έφερε τη βασιλόπιτα, ζυμωμένη από τα χέρια της. Έδωσε το μαχαίρι στον μπάρμπα Θανάση και τον κάλεσε να την κόψει. Στο μικρό σπίτι όλοι σώπασαν, μόνο το τζάκι ακουγόταν που έσκαγε ακόμη τα μεγάλα κλαδιά των δέντρων. «Άντε Θανάση, κόψε τη βασιλόπιτα και του χρόνου να είμαστε καλά», είπε η κυρά Γιωργία και ο Θανάσης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα. Ένα κόμματι του Χριστού, ένα της Παναγίας, ένα του Αι Βασίλη, ένα του φτωχού, ένα του σπιτιού, της κυρά Γιωργίας, της αφεντιάς μου (και γέλασε), της Μαρίας, του Μάνου, του Thomas, της Kadi’s, της Adelinα’s και ένα της Ειρήνης. Όλοι πήραν το κομμάτι τους από τη μεγάλη βασιλόπιτα και καθώς την έτρωγαν αναζητούσαν το φλουρί. Τότε σηκώθηκε από το τραπέζι η Kadi και είπε, «ας κάνει ο καθένας από μια ευχή για τη νέα χρονιά να την ακούσουμε όλοι!». Θα πω πρώτος εγώ, είπε ο Thomas, ενώ έβλεπε ότι κανείς δεν έκανε την αρχή, «εύχομαι τη νέα χρονιά υγεία και να πάρω το πτυχίο μου στη Βιολογία!» και η Κadi συνέχισε, «εύχομαι φέτος να μετακομίσω σε ένα δικό μου σπίτι!», η Ειρήνη «να κάνω ένα ταξίδι στην Αυστραλία!». «Να πάρω αυτοκίνητο!», είπε η Adelin,«να βρω μια καλή δουλειά!», είπε ο Μάνος, «να γνωρίσω έναν καλό σύντροφο!», είπε η Μαρία. Εσύ μαμά, τι εύχεσαι για τη νέα χρονιά; Και η κυρά Γιωργία, κάνοντας μια μεγάλη παύση είπε, «εγώ δεν θέλω τίποτα από τη ζωή, θέλω μόνο να μην μου πάρει, και ένα δάκρυ συγκίνησης κύλισε στα μάγουλά της».
Τότε ο Thomas φώναξε ενθουσιασμένος, «βρήκα το φλουρί! Θα πάρω επιτέλους το πτυχίο μου στη Βιολογία!»…


