Κυριακή, 18 Ιανουαρίου, 2026

Αυτά μόνο. Τίποτ’ άλλο

Γράφει ο Κώστας Γιαννόπουλος

Το μακρινό 2006 υπήρξε πρόβλημα στον θεσμό που η ελληνική κοινωνία σέβεται βαθύτατα: το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα – έστω κι αν ήταν της Β’ Κατηγορίας.

Ο αγώνας Εδεσσαϊκού – Καλαμαριάς κινδύνευε με ματαίωση επειδή δεν είχε εμφανιστεί ο ένας επόπτης γραμμών (όπως λέγαμε τότε τον «βοηθό διαιτητή»). Ως γνωστόν οι επόπτες πάνε δύο-δύο σαν τους Χιώτες ή το τανγκό. Τέθηκε λοιπόν θέμα αν οι ομάδες δέχονταν να αγωνιστούν με έναν επόπτη ή να οριστεί κάποιος άλλος με κλήρωση.

Η διαπραγμάτευση που ακολούθησε ήταν σκληρή. Μας έδωσε όμως ένα μνημείο προφορικού λόγου που διαψεύδει τη λανθασμένη γενική πεποίθηση ότι τα λόγια πετούν. Τα λόγια μένουν εσαεί όταν έχουν αξία: τα αρχαία ρητά βρίσκονται ακόμη στο στόμα των Ελλήνων!

Πρωταγωνιστής του επεισοδίου ήταν ο αντιπρόεδρος του Εδεσσαϊκού. Πρόσφερε ένα σόλο αντάξιο των καλών στιγμών των Μόντυ Πάιθον ή του Μίστερ Μπην. Ιδού η συγκροτημένη απάντησή του σε ερώτηση ρεπόρτερ:

«Εμείς εκεί στην αρχή… ακούστε δεν… αυτοί ούτε ήθελαν να γίνει το παιχνίδι… αλλά ύστερα μόλις ήρθαμε και αυτό… ότι θέλαμε αυτοί είπαν όχι… θέλουμε να γίνει κι εμείς είπαμε όχι δεν θέλουμε να γίνει… να γίνει κλήρωση… κοιτάξτε όταν είπαν αυτοί ότι δεν θέλουμε να γίνει το παιχνίδι και εμείς είπαμε εντάξει δεν θέλουμε κι εμείς… και αφού το αλλάξαν είπαμε ούτε κι εμείς θέλουμε… αυτοί είπαν εμείς θέλουμε να γίνει εμείς δεν δεχθήκαμε μετά από όλα αυτά… και είπαμε δεν θέλουμε να γίνει το παιχνίδι… να γίνει όποτε ορίσει η ΕΠΑΕ. Αυτά μόνο. Τίποτ’ άλλο».

Για την Ιστορία σημειώνω ότι ευτυχώς ο αγώνας αναβλήθηκε και το αριστούργημα διασώθηκε, κτήμα των επόμενων γενεών – όχι αποκλειστικά εκείνων που παρακολουθούν το ποδόσφαιρο αλλά και όσων ασχολούνται με την πολιτική (εν τη ευρεία εννοία της). Και είναι ευχάριστο ότι δεν έσβησε στην πάροδο των χρόνων. Απόδειξη ότι το ανακάλεσαν στη μνήμη τους οι συνέλληνες που παρακολούθησαν τον κρίσιμο αγώνα των αγροτικών μπλόκων. Εδώ, αντί για διεξαγωγή αγώνα, το ζήτημα ήταν η διεξαγωγή διαλόγου μεταξύ αγροτών και κυβέρνησης. Όπως συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, το «πάνω χέρι» το έχει ο ισχυρός – κάτι σαν το Διεθνές Δίκαιο: ο ισχυρός τα θέλει όλα και ο ανίσχυρος αποδέχεται όσα μπορεί να αντέξει. Αν η κυβέρνηση είχε παραδεχθεί ότι ήταν το αδύναμο σκέλος, θα χάναμε μια ποδοσφαιρική διαπραγμάτευση σε πολιτικό πεδίο ή το αντίστροφο.

Ιδού πώς εξελίχθηκε η αντιπαράθεση:

«Εμείς στην αρχή… ακούστε δεν… αυτοί δεν ήθελαν διάλογο… εμείς θέλαμε συνάντηση… αλλά αυτοί είπαν… ότι δεν θα μας δεχτούν όσο υπάρχουν τα μπλόκα… εμείς είπαμε ότι θα κάνουμε Χριστούγεννα στα μπλόκα… τότε αυτοί είπαν ότι όποιος τα βάζει με το κράτος συντρίβεται…εμείς είπαμε… κοιτάξτε η Αστυνομία δυσκολεύει τους εκδρομείς… τότε αυτοί είπαν ότι θα μας κυνηγήσει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου… εμείς δεν είπαμε τίποτα γιατί κανένας εισαγγελέας δεν έδωσε σημασία… αυτοί είπαν διαλέξτε μια αντιπροσωπεία για να έρθει να συζητήσουμε… τότε εμείς είπαμε ότι η πρόσκληση για κουβέντα είναι προσχηματική… αυτοί είπαν στο παρακαλετό να πάμε σε διάλογο… κι εμείς είπαμε ότι δεν πάμε… τότε αυτοί είπαν ότι θα κουβεντιάσουν με εκπροσώπους των μπλόκων… κι εμείς είπαμε ότι δεν πάμε γιατί δεν δέχονται 35 εκπροσώπους και δέχονται μόνο 20 ή 22… αυτοί είπαν ότι όσοι θα πάνε είναι η πλειοψηφία των αγροτών… κι εμείς είπαμε πως είναι διασπαστές και συνεχίζουμε τον αγώνα μας… κι εκείνοι είπαν ότι εξαντλείται η υπομονή τους και θα εφαρμοστεί ο Νόμος… κι εμείς σκάσαμε στα γέλια».

Το συμπέρασμα είναι ότι ένας αντιπρόεδρος ποδοσφαιρικής ομάδας Δεύτερης Κατηγορίας δεν υστερεί σε τίποτα από έναν αντιπρόεδρο κυβέρνησης Πρώτης Κατηγορίας.

Αυτά μόνο. Τίποτ’ άλλο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ