Του Φώτη Αλεξόπουλου
Η επαναλαμβανόμενη και εκ πρώτης όψεως προκλητική–αναφορά του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών στην πιθανότητα προσάρτησης της Γροιλανδίας, ενός ευρωπαϊκού εδάφους που ανήκει στη Δανία, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή γραφικότητα ή επικοινωνιακό πυροτέχνημα.
Αντιθέτως, αποτελεί μια συνειδητή πολιτική παρέμβαση, η οποία λειτουργεί ως καμπανάκι αφύπνισης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και, ταυτόχρονα, ως εργαλείο εξυπηρέτησης αμερικανικών στρατηγικών και οικονομικών συμφερόντων.
Η Γροιλανδία, λόγω γεωγραφικής θέσης και φυσικών πόρων, έχει αυξημένη στρατηγική σημασία σε ένα περιβάλλον όπου ο Αρκτικός Κύκλος μετατρέπεται σταδιακά σε νέο γεωπολιτικό πεδίο ανταγωνισμού.
Όμως κανείς σοβαρός αναλυτής δεν πιστεύει ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει πραγματικά την προσάρτησή της. Το πραγματικό μήνυμα δεν αφορά το νησί, αλλά την ευρωπαϊκή αδυναμία και την εξάρτηση από τις ΗΠΑ στον τομέα της ασφάλειας.
Οι δηλώσεις Τραμπ λειτουργούν ως πολιτικό σοκ. Θέτουν υπό αμφισβήτηση το δεδομένο της αμερικανικής προστασίας και αναγκάζουν την Ευρώπη να αναρωτηθεί αν μπορεί –και αν θέλει– να σταθεί στρατηγικά μόνη της. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε τέτοια τοποθέτηση αναζωπυρώνει τη συζήτηση περί ευρωπαϊκού στρατού και κοινής αμυντικής πολιτικής.
Ωστόσο, εδώ αναδεικνύεται η μεγάλη ευρωπαϊκή αντίφαση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συζητά εδώ και δεκαετίες τη στρατηγική αυτονομία, αλλά στην πράξη δεν διαθέτει ενιαία αμυντική βιομηχανία, ούτε κοινό στρατηγικό δόγμα. Ένας ευρωπαϊκός στρατός, αν ποτέ συγκροτηθεί, θα χρειαστεί άμεσα εξοπλισμό, συστήματα και τεχνογνωσία. Και αυτά, τουλάχιστον στο άμεσο και μεσοπρόθεσμο μέλλον, μπορούν να προέλθουν κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η δεύτερη, λιγότερο συζητημένη διάσταση του ζητήματος: το οικονομικό όφελος για την αμερικανική αμυντική βιομηχανία. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη μεταφράζεται αυτομάτως σε παραγγελίες δισεκατομμυρίων προς αμερικανικά εργοστάσια όπλων, διασφαλίζοντας για δεκαετίες χιλιάδες θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ. Η γεωπολιτική ανασφάλεια μετατρέπεται σε εσωτερική οικονομική πολιτική.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, με τη γνωστή επιχειρηματική και συναλλακτική του λογική, δεν πιέζει την Ευρώπη με διπλωματικές εκκλήσεις. Την πιέζει μέσω της αμφιβολίας και της αστάθειας. Το υπονοούμενο είναι σαφές: «Η αμερικανική ομπρέλα δεν είναι δεδομένη». Και αυτή η αβεβαιότητα αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική από κάθε επίσημη διαπραγμάτευση.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν οι δηλώσεις περί Γροιλανδίας είναι σοβαρές. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη θα συνεχίσει να αντιδρά σπασμωδικά, επενδύοντας δισεκατομμύρια χωρίς στρατηγικό σχέδιο, ή αν θα τολμήσει να οικοδομήσει μια πραγματικά αυτόνομη αμυντική πολιτική, με ευρωπαϊκή παραγωγή, ευρωπαϊκό έλεγχο και πολιτική συνοχή.
Διότι διαφορετικά, κάθε κρίση , πραγματική ή τεχνητή, θα λειτουργεί ως μηχανισμός μεταφοράς πλούτου και ισχύος εκτός Ευρώπης. Και τότε, η συζήτηση περί ευρωπαϊκής κυριαρχίας θα παραμένει απλώς ένα βολικό σύνθημα, κενό περιεχομένου.
*Οικονομολόγος – Μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος – Απόφοιτος της Σχολής Επιστημών Οικονομίας και Δημοσίας Διοίκησης του Παντειου Πανεπιστημίου με Μεταπτυχιακές Σπουδές στην Περιφερειακή Ανάπτυξη και Διεθνής Οικονομική.


