Γράφει ο Γιώργος Στιβαχτής
Αν. γραµµατέας Τοµέα Εργασίας ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής
Yπάρχει σήµερα µια βολική αυταπάτη στον δηµόσιο διάλογο και αυτή είναι, ότι ο τραµπισµός είναι κάτι ξένο, ένα αµερικανικό φαινόµενο που δεν µας αφορά άµεσα. Ότι προκύπτει µόνο σε ειδικές πολιτισµικές και πολιτικές συνθήκες. Τα δεδοµένα, όµως, δείχνουν κάτι διαφορετικό.
Ο τραµπισµός δεν είναι ιδεολογία. Είναι µηχανισµός. Και ακριβώς γι’ αυτό µεταφέρεται, προσαρµόζεται και εγκαθίσταται εκεί όπου βρίσκει έδαφος κοινωνικής ανασφάλειας, δυσπιστίας ως προς τους θεσµούς και λόγω της πολιτικής κόπωσης.
Οι πρόσφατες έρευνες στην Ελλάδα αποτυπώνουν µια κοινωνία που δεν αυτοπροσδιορίζεται ως ακραία, αλλά υιοθετεί ολοένα και πιο ακραίες στάσεις σε κρίσιµους άξονες, απέναντι στους θεσµούς, στα δικαιώµατα, στις συλλογικές εγγυήσεις. ∆εν πρόκειται για µαζική ιδεολογική ριζοσπαστικοποίηση. Πρόκειται για µια σταδιακή µετατόπιση αξιών και συναισθηµατικών αντανακλαστικών.
Εδώ ακριβώς παρεµβαίνει ο τραµπικός µηχανισµός.
Η λειτουργία του είναι απλή και αποτελεσµατική, µετατρέπει τη σύγκρουση σε πολιτικό καύσιµο, την άγνοια σε αυθεντικότητα και την επιστηµονική ή θεσµική πολυπλοκότητα σε «ελιτίστικη συνωµοσία». ∆εν σου λέει τι είναι σωστό και τι λάθος. Σου λέει ότι «ο λαός ξέρει» και ότι κάθε µορφή γνώσης ή θεσµικής επεξεργασίας είναι ύποπτη.
Σε περιόδους γενικευµένης δυσπιστίας, αυτός ο λόγος δεν χρειάζεται ακρίβεια. Χρειάζεται αναγνώριση. Να επιβεβαιώσει τον θυµό, να δικαιώσει την καχυποψία, να προσφέρει έναν σαφή αντίπαλο, αυτό που χαρακτηρίζει ως το «σύστηµα».
Οι δηµοσκοπικές αναλύσεις καταγράφουν εκτεταµένη κοινωνική ρευστότητα, υψηλή αδιευκρίνιστη ψήφο και κυρίαρχα συναισθήµατα φόβου και απογοήτευσης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πολιτική που απαιτεί σκέψη, εξήγηση και σύνθεση µοιάζει αδύναµη. Αντίθετα, η πολιτική που απλοποιεί, στοχοποιεί και κλιµακώνει τη σύγκρουση µοιάζει αποτελεσµατική.
Έτσι, ο τραµπισµός εισάγεται όχι απαραίτητα ως οργανωµένο πολιτικό ρεύµα, αλλά ως τρόπος οµιλίας και στάση. ∆ηλώσεις που δεν στοχεύουν στη διαµόρφωση πλειοψηφιών, αλλά στη συσπείρωση θυµικών µειοψηφιών. Όχι προτάσεις πολιτικής, αλλά µόνιµη ένταση. Όχι σχέδιο, αλλά διαρκής αντιπαράθεση.
Το πραγµατικό ρίσκο δεν είναι η υπερβολή ή ο λαϊκισµός. Είναι η σταδιακή αποπολιτικοποίηση της πολιτικής. Όταν όλα ανάγονται σε σύγκρουση µε το «σύστηµα», δεν χρειάζονται λύσεις, λογοδοσία ή συνέπεια. Χρειάζεται µόνο ένταση. Και εκεί αρχίζει η φθορά της δηµοκρατίας.
Τα ίδια δεδοµένα, ωστόσο, δείχνουν και αντοχές. ∆ηµοκρατικά αντανακλαστικά, κοινωνικές ευαισθησίες και αξιακά «αντισώµατα» παραµένουν παρόντα. Η κοινωνία δεν έχει παραδοθεί στον αυταρχισµό. Βρίσκεται όµως σε ένα κρίσιµο µεταίχµιο.
Η απάντηση δεν µπορεί να είναι ούτε ο εφησυχασµός ούτε η µίµηση. Όποιος υιοθετεί τη λογική του τραµπισµού για να τον «αντιµετωπίσει», απλώς τον ενισχύει. Η πραγµατική απάντηση είναι πιο απαιτητική, πολιτική µε σχέδιο, θεσµική σοβαρότητα, κοινωνική προστασία και λόγο που σέβεται τη νοηµοσύνη των πολιτών χωρίς να αγνοεί τους φόβους τους.
Σε αυτό το σηµείο αναδεικνύεται ένα βαθύτερο πολιτικό ερώτηµα, ποια δύναµη µπορεί να απαντήσει πειστικά στην ανασφάλεια χωρίς να καταφύγει στον αυταρχισµό και στον θυµό ως εργαλείο; Ποια πολιτική παράδοση µπορεί να µιλήσει για εργασία, κοινωνική συνοχή και θεσµούς χωρίς να τα θυσιάσει στον εύκολο εντυπωσιασµό;
Η ιστορική και πολιτική απάντηση είναι σαφής. Είναι η σοσιαλδηµοκρατική παράδοση και, στην ελληνική της εκδοχή, το ΠΑΣΟΚ. Όχι ως ανάµνηση, αλλά ως αναγκαιότητα του παρόντος. Ως η πολιτική δύναµη που ιστορικά συνέδεσε τη δηµοκρατία µε την κοινωνική δικαιοσύνη, την ανάπτυξη µε τα δικαιώµατα και το κράτος δικαίου µε την καθηµερινή ζωή των ανθρώπων.
Σε µια εποχή που ο τραµπισµός υπόσχεται ασφάλεια µέσω της σύγκρουσης, το ΠΑΣΟΚ οφείλει και µπορεί να προτάξει ασφάλεια µέσω της συλλογικότητας, της εργασίας µε δικαιώµατα, της κοινωνικής κινητικότητας και της θεσµικής αξιοπιστίας. Να απαντήσει στον θυµό όχι µε φόβο, αλλά µε προοπτική.
Ο τραµπισµός δεν κερδίζει επειδή έχει δίκιο. Κερδίζει όταν οι δηµοκρατικές πολιτικές δυνάµεις αποφεύγουν τη σύγκρουση µε τα πραγµατικά αίτια της ανασφάλειας. Και σε αυτή τη σύγκρουση, η απάντηση δεν είναι ούτε τεχνοκρατική ούτε λαϊκίστικη.
Η απάντηση είναι πολιτική.
Και σήµερα, αυτή η απάντηση είναι το ΠΑΣΟΚ.


