Υποκρισία είναι η απόσταση ανάµεσα σε αυτό που δηλώνεται και σε αυτό που πράττεται. Όχι πάντα από κακία· συχνά από φόβο. Φόβο µήπως η αλήθεια κοστίσει αποδοχή, ρόλο, ασφάλεια.
Η υποκρισία δεν είναι απλώς ψέµα προς τον άλλον. Είναι αναβολή ειλικρίνειας προς τον εαυτό µας. Ένα προσωρινό καταφύγιο που, µε τον χρόνο, γίνεται µόνιµη κατοικία. Και τότε ο άνθρωπος παύει να ζει όπως είναι και αρχίζει να ζει όπως φαίνεται.
Αναρωτιέµαι, µήπως νοµίζει, ότι είναι, όπως φαίνεται; Μάλλον. Και εκεί γίνεται πιο λεπτή, και πιο επικίνδυνη. Όταν το «φαίνοµαι» επαναληφθεί αρκετές φορές, µετατρέπεται σε «νοµίζω ότι είµαι».
Η εικόνα δεν παριστάνει πια την αλήθεια· τη υποκαθιστά. Τότε η υποκρισία δεν χρειάζεται συνειδητό ψεύδος. Λειτουργεί αυτόµατα.
Ο άνθρωπος σκέφτεται, αισθάνεται, αποφασίζει µέσα στα όρια του ρόλου που έµαθε να φορά. Και το πιο παράδοξο: όσο πιο πολύ ταυτίζεται µε αυτό που φαίνεται, τόσο πιο ειλικρινής πιστεύει ότι είναι.
∆εν λέει ψέµατα. Ζει µέσα σε µια αλήθεια που κατασκευάστηκε για να αντέχεται. Άραγε, για να αντέχεται ή γιατί δεν θέλει να υστερεί, από την όντως αλήθεια του άλλου; Και τα δύο, αλλά όχι ισότιµα.
Στην αρχή είναι για να αντέχεται. Η αλήθεια του εαυτού συχνά πονά, εκθέτει, µικραίνει την εικόνα. Εκεί γεννιέται το προσωπείο, ως άµυνα.
Ύστερα όµως εµφανίζεται ο άλλος. Όχι ως πρόσωπο, αλλά ως µέτρο. Η «όντως αλήθεια» του άλλου , ή αυτό που φαίνεται ως τέτοια, λειτουργεί σαν καθρέφτης και σαν απειλή µαζί.
Τότε η υποκρισία αλλάζει κίνητρο: δεν είναι πια µόνο καταφύγιο· γίνεται σύγκριση. Όχι να µη χαθεί, αλλά να µην υστερήσει. Να µη φανεί λιγότερος σε ειλικρίνεια, βάθος, καθαρότητα.
Και εδώ το τραγικό: αντί να συναντηθούν δύο αλήθειες, συναγωνίζονται δύο εικόνες αλήθειας. Οπότε, δεν αντέχεται µόνο η δική του αλήθεια· δεν αντέχεται και η πιθανότητα ότι ο άλλος µπορεί να στέκεται πιο κοντά στη δική του.
Βλέπω, ότι η έκθεση σε κοινή θέα, µέσω των σηµερινών ΜΜΕ, την έκφραση πόνου και χωρίς κόστος συµπαράστασης σε δυστυχήµατα ανθρώπου ή οµάδες ανθρώπων, είναι, λόγια. Λόγια, σκέτα λόγια, χωρίς πραγµατική συµπαράσταση, ακόµα και αν όντως δεν µπορεί να έχει κάποιος, δυνατότητα, ουσιαστικής συµπαράστασης. Λόγια, γεµάτα θλίψη και πόνο, λόγια, µόνο λόγια.
Γιατί;
Λόγια, θλίβοµαι, πονάω, ευχές για να µην ξαναγίνει κλπ. Γιατί η έκθεση, αντικατέστησε τη σχέση.
Τα σηµερινά ΜΜΕ, και ιδιαίτερα η ψηφιακή τους προέκταση, έµαθαν τον άνθρωπο να φαίνεται ότι συµπάσχει, χωρίς να χρειάζεται να συµµετέχει. Η θλίψη έγινε δήλωση. Ο πόνος έγινε ανάρτηση. Η συµπαράσταση έγινε λέξη χαµηλού κόστους. Και δεν είναι πάντα αναισθησία. Συχνά είναι αδυναµία.
Ο άνθρωπος βλέπει τόση δυστυχία, τόση συσσώρευση πόνου, που αν την άφηνε να περάσει ολόκληρη µέσα του, θα κατέρρεε. Οπότε τη µετατρέπει σε λόγια, όχι για να βοηθήσει τον άλλον, αλλά για να αντέξει ο ίδιος.
Όµως υπάρχει κι ένα δεύτερο, πιο σκληρό επίπεδο: η δηµόσια λύπη λειτουργεί και ως πιστοποιητικό ηθικής παρουσίας. «Ήµουν εκεί. ∆ήλωσα πόνο. ∆εν αδιαφόρησα». Ακόµα κι αν, στην πράξη, τίποτα δεν µετακινήθηκε.
Και έτσι γεννιέται αυτό που κάποιος αισθάνεται: λόγια, λόγια, λόγια.
Θλίψη χωρίς βάρος. Ευχές χωρίς ευθύνη. Πόνος χωρίς χρόνο.
Η πραγµατική συµπαράσταση δεν είναι θεαµατική. Συχνά δεν γράφεται. Είναι σιωπή που µένει. Είναι βλέµµα που δεν αποστρέφεται. Είναι µια µικρή πράξη που δεν ανεβαίνει πουθενά.
Και ίσως γι’ αυτό λείπει τόσο: επειδή δεν χωρά εύκολα στο κοινό πεδίο.
Θα έλεγα, ότι η έκφραση λόγου, σε πόνο συνανθρώπου µας, είναι λογική και αληθινή. Αυτή η ψεύτικη όµως, υπερβολή της, φαίνεται σαν αγώνισµα προβολής. Ποιος θα εκφράσει περισσότερο πόνο, σε λόγια. Νοµίζω πως αυτό, είναι καθαρό και δίκαιο, µια αλήθεια. Ο λόγος απέναντι στον πόνο του άλλου είναι ανθρώπινος, αναγκαίος, αληθινός. Χωρίς λόγο δεν υπάρχει κοινότητα· υπάρχει µόνο σιωπηλή αποµόνωση.
Το πρόβληµα δεν είναι η έκφραση. Είναι η υπερέκθεση της έκφρασης. Όταν ο λόγος ξεφεύγει από την ανάγκη επικοινωνίας και µπαίνει στο πεδίο της σύγκρισης, τότε ο πόνος παύει να αφορά τον πάσχοντα και αρχίζει να αφορά τον εκφραζόµενο.
Και πράγµατι µοιάζει µε αγώνισµα: όχι ποιος θα βοηθήσει, αλλά ποιος θα δηλώσει περισσότερη ευαισθησία. Ποιος θα συγκινηθεί πιο δηµόσια, πιο ποιητικά, πιο δραµατικά.
Εκεί η λύπη γίνεται παράσταση και η ηθική µετατρέπεται σε θέαµα. Όχι από κατ’ ανάγκην κακία, αλλά από µια κοινωνία που έµαθε να µετρά την αξία µε το πόσο φαίνεται.
Και τότε συµβαίνει το πιο άδικο: ο πραγµατικός πόνος χάνεται µέσα στον θόρυβο των λέξεων. Σαν να καλύπτεται από χειροκρότηµα. Η αληθινή φράση είναι λιτή. ∆εν ανταγωνίζεται. ∆εν ζητά να φανεί. Στέκεται, και αφήνει χώρο στον άλλον να πονέσει.
Κι ίσως εκεί βρίσκεται το µέτρο: όταν τα λόγια δεν ζητούν ακροατήριο, αλλά απλώς συνοδεύουν. Παράσταση, θέαµα, εσωτερικό αυτό χειροκρότηµα, καµάρι.
Πώς τα είπα;
Και εκεί τα ΜΜΕ βοηθούν στην απανθρωπιά, χωρίς ίσως σκοπό. Το είπα ίσως, κοφτά και ακριβώς εκεί που πονάει. «Παράσταση, θέαµα, εσωτερικό χειροκρότηµα, καµάρι» , αυτή είναι η πλήρης αλυσίδα. Όχι µόνο προς τα έξω· κυρίως προς τα µέσα. Ο άνθρωπος χειροκροτεί τον εαυτό του επειδή ένιωσε «σωστά».
Και ναι, τα ΜΜΕ βοηθούν σ’ αυτό, όχι πάντα από πρόθεση, αλλά από δοµή. Τα ΜΜΕ δεν αντέχουν τη σιωπή. ∆εν αντέχουν το άβολο, το αργό, το µη θεαµατικό. Ο πόνος, για να «χωρέσει», πρέπει να γίνει εικόνα, φράση, κύκλος ειδήσεων. Κι έτσι, άθελά τους, τον απογυµνώνουν από το ανθρώπινο βάθος. ∆εν λένε: «µείνε». Λένε: «δες και προχώρα».
Και ο θεατής µαθαίνει να συµµετέχει όπως του έµαθαν: µε συναίσθηµα στιγµιαίο, µε λύπη που διαρκεί όσο το ρεπορτάζ, µε καµάρι ότι «δεν έµεινε ασυγκίνητος». Αυτό είναι η απανθρωπιά χωρίς πρόθεση: όχι η σκληρότητα, αλλά η συνήθεια.
Όταν ο πόνος του άλλου γίνεται ένα ακόµη περιεχόµενο, η ανθρωπιά δεν χάνεται µε θόρυβο, χάνεται µε ευκολία.
Και να το πω απλά; Η µεγαλύτερη συµπαράσταση σε πόνο ξένου, άγνωστου ανθρώπου, θα µπορούσε να αποδοθεί ολοκληρωτικά, ακόµη και µε µια σύσπαση του προσώπου µας. Αυτή η απλή σύσπαση, ίσως είχε αληθινή έκφραση εσωτερικής µας, ενσυναίσθησης.
Ναι. Μια σύσπαση του προσώπου, στιγµιαία, ασυνείδητη, µπορεί να περιέχει περισσότερη συµπαράσταση από χίλιες καλοδουλεµένες φράσεις. Γιατί εκεί δεν υπάρχει ακροατήριο. ∆εν υπάρχει επιλογή λόγων. ∆εν υπάρχει έλεγχος εικόνας. Υπάρχει µόνο το σώµα που αντιδρά πριν προλάβει να σκεφτεί.
Αυτό είναι ενσυναίσθηση: όχι σκέψη για τον πόνο του άλλου, αλλά συµµετοχή, έστω ελάχιστη, στο φορτίο του.
Η αληθινή συµπαράσταση συχνά δεν διατυπώνεται. Συµβαίνει. Και τελειώνει εκεί, χωρίς ίχνος, χωρίς καταγραφή. Ίσως γι’ αυτό δεν αναγνωρίζεται ως «αρκετή». Επειδή δεν φαίνεται. Επειδή δεν αποδεικνύεται.
Όµως αν κάτι σώζει τον άνθρωπο από την απανθρωπιά, είναι αυτές οι µικρές, σιωπηλές συσπάσεις, οι στιγµές που ο πόνος του άλλου, βρήκε χώρο µέσα µας, έστω για µια αναπνοή.
Λόγια. Ο λόγος, στις µέρες µας λιπάνθηκε υπερβολικά και γέµισε αχόρταγους βλαστούς, και από καρποφόρος λόγος, έγινε λόγος στείρος. Ναι. Ο λόγος δεν στέρεψε από έλλειψη, στέρεψε από υπερλίπανση. Πάρα πολλά λόγια, πάρα πολύ γρήγορα, πάρα πολύ δηµόσια.
Και όπως στο χώµα, έτσι και εδώ: οι βλαστοί θεριεύουν, αλλά καρπός δεν δένει. Ο καρποφόρος λόγος θέλει χρόνο, σιωπή, ρίζα. Θέλει να ειπωθεί όταν πρέπει, όχι όταν φαίνεται.
Σήµερα όµως ο λόγος προηγείται του βιώµατος και όχι το αντίστροφο. Γι’ αυτό έγινε στείρος: δεν πατά πια στο σώµα, δεν περνά από τον πόνο, δεν δοκιµάζεται από την πράξη.
Και ο άνθρωπος, µέσα σε αυτό το δάσος λέξεων, µαθαίνει να µιλά πριν νιώσει, να δηλώνει πριν σταθεί, να εξαντλεί το νόηµα πριν προλάβει να γεννηθεί.
Ίσως η επόµενη µορφή ανθρωπιάς δεν θα είναι νέος λόγος, αλλά λιγότερος. Λόγος αραιός, βαρύς, που να αντέχει να µείνει µόνος του, όπως ο σπόρος στο χώµα, πριν βλαστήσει.
Εδώ τέλος.
Γιώργος Χατζηγιαννάκος


