Σε μια εποχή που όλα μοιάζουν να κινούνται στα άκρα, ο Βασίλης Δημητρός επιλέγει να μιλήσει για την ισορροπία. Όχι ως συμβιβασμό, αλλά ως πράξη αποδοχής. Με αφορμή την πέμπτη του ατομική έκθεση με τίτλο «Balance of Opposites», που φιλοξενείται στη Δημοτική Πινακοθήκη Λέφα, ο καλλιτέχνης ξεδιπλώνει μια βαθιά προσωπική διαδρομή μέσα από το δίπολο άσπρο–μαύρο, φως–σκοτάδι, αρχή–τέλος.
Ο κ. Δημητρός ανήκει στη νέα γενιά των δημιουργών, που ελίσσονται ανάμεσα στην εφαρμοσμένη και την ελεύθερη τέχνη, με πολλές υφές, τεχνικές και νοήματα. Από μικρή ηλικία βρήκε στη ζωγραφική έναν τρόπο έκφρασης και εσωτερικής ισορροπίας, σπουδάζοντας εφαρμοσμένη ζωγραφική και χαράσσοντας μια παράλληλη πορεία στον χώρο της δημιουργικής διεύθυνσης και του design.
Η νέα του έκθεση ωρίμασε μέσα σε χρόνια προσωπικών και συλλογικών ανατροπών: την πανδημία, τον εγκλεισμό, την απώλεια. Με όχημα το άσπρο και το μαύρο, ο καλλιτέχνης επιχειρεί να αποτυπώσει την πάλη και την ισορροπία μεταξύ αντίθετων συναισθημάτων και φιλοσοφικών απόψεων.
Συνέντευξη: Αθανασία Καραμούτα
Πείτε μας αρχικά λίγα λόγια για εσάς για να σας γνωρίσει καλύτερα και το δικό μας αναγνωστικό κοινό.
Είμαι ο Βασίλης Δημητρός και είμαι ένας άνθρωπος που πάντα αγαπούσε τη ζωγραφική και οτιδήποτε έχει να κάνει με τέχνες, μουσικές και ταινίες. Από έξι χρονών έπαιρνα ένα χαρτί και ένα μολύβι και απλώς δημιουργούσα. Έτσι ξεκίνησα να εκφράζομαι μέσα από τις τέχνες και συνεχίζω να το κάνω μέχρι σήμερα. Σπούδασα εφαρμοσμένη ζωγραφική στον Άκτο και παράλληλα εργάζομαι ως creative director. Η ζωγραφική παραμένει για μένα ο τρόπος να εκφράζομαι και να αντιμετωπίζω τον κόσμο γύρω μου.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα της έκθεσης «Balance of Opposites», που φιλοξενείτε στην Δημοτική Πινακοθήκη Λέφα. Σε ποια προσωπική ή καλλιτεχνική ανάγκη σας ήρθε να απαντήσει;
Η έκθεση είναι η πέμπτη μου ατομική, η προηγούμενη ήταν το 2017. Πρόκειται για μία έκθεση που «ωρίμασε» μαζί μου καθώς ενώ την ξεκίνησα θεματικά το 2018-2019 ολοκληρώθηκε φέτος, επηρεασμένη από όλα τα πράγματα που συνέβησαν όλο αυτό το διάστημα και από το πόσο διαφορετικός είναι πλέον ο κόσμος γύρω μας.
Υπήρχαν πολλές «σπίθες» που έδωσαν ζωή σε αυτή την ιδέα. Δεν είναι κάτι που προέκυψε γραμμικά ή οργανωμένα· ήταν περισσότερο μια συσσώρευση εμπειριών και σκέψεων που με τον καιρό άρχισαν να αποκτούν συνοχή. Ίσως η μόνη στιγμή που μπήκαν σε μια σειρά ήταν όταν έγραψα το εισαγωγικό κείμενο της έκθεσης, όπου και θίγω ακριβώς αυτήν την έννοια της δυαδικότητας, που αποτελεί και επίκεντρο της έκθεσης.
Θεωρώ τη δυαδικότητα ως θεμελιώδης συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης, που υπάρχει μέσα στην αντίθεση, την ένταση και την ισορροπία. Ένα άλλο βασικό σημείο εκκίνησης ήταν η περίοδος της πανδημίας, που είναι μία συγκυρία που μας επηρέασε όλους πάρα πολύ, αναλόγως και πόσο διαφορετικά το βίωνε ο καθένας. Τελικά, αυτή η έκθεση ήταν για μένα μια διαδικασία κατανόησης. Ένας τρόπος να επεξεργαστώ όλα όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια – σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο.
Στη νέα σας έκθεση επιλέγετε το δίπολο άσπρο-μαύρο, ως βασικό συμβολισμό. Πώς προέκυψε αυτή η «αφαίρεση» χρώματος και τι σημαίνει για εσάς η έννοια της ισορροπίας; Σε μία εποχή ακροτήτων, όπως η σημερινή, είναι η ισορροπία μια πράξη συμβιβασμού ή μια πράξη επανάστασης;
Με τη δυαδικότητα να αποτελεί τον βασικό κορμό της έκθεσης, επέλεξα το άσπρο και το μαύρο ως κυρίαρχα στοιχεία, ενώ παράλληλα, δούλεψα πολύ με τις υφές: γυαλιστερές και ματ επιφάνειες, αντιθέσεις στην αίσθηση του υλικού, ακόμη και την προσθήκη χρυσού σε ορισμένα έργα, ως μια υπαινικτική τρίτη διάσταση μέσα στο δίπολο.
Καλό – κακό. Άσπρο – μαύρο. Φως – σκοτάδι. Άντρας – γυναίκα. Είναι ένας τρόπος σκέψης που κουβαλάμε στο DNA μας από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα. Έτσι, η μετάβαση στο άσπρο και το μαύρο δεν ήταν απλώς αισθητική επιλογή· ήταν εσωτερική ανάγκη. Ήθελα να αφαιρέσω το χρώμα για να δω τι μένει. Να περιορίσω την παλέτα, ώστε να ενισχύσω την έννοια της αντίθεσης και της ισορροπίας και να δοκιμάσω τα όριά μου.

Για μένα, η ισορροπία δεν είναι συμβιβασμός· είναι αποδοχή της αλήθειας. Η ζωή, αν τη δεις συνολικά, είναι μια πορεία από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο. Ξεκινάμε σαν λευκός καμβάς και σταδιακά γεμίζουμε εμπειρίες, συναισθήματα, απώλειες, χαρές. Οι πίνακες αφηγούνται αυτή τη διαδρομή. Στο κέντρο της πορείας έχω τοποθετήσει δύο έργα που συμβολίζουν την απόλυτη ισορροπία: ένα σημείο όπου, ιδανικά, ο άνθρωπος συμφιλιώνεται με τη φύση της ύπαρξης. Μια ταινία που με σημάδεψε βαθιά ήταν το «The Fountain» του Αρονόφσκι. Εκεί κατάλαβα πως το ζήτημα δεν είναι να νικήσεις τον θάνατο, αλλά να συμφιλιωθείς με την ιδέα του.
Ζούμε πράγματι σε μια εποχή ακροτήτων: είτε απόλυτη αισιοδοξία ή απόλυτος πεσιμισμός. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ισορροπία μπορεί να μοιάζει με συμβιβασμό. Για μένα, όμως, είναι σχεδόν επαναστατική πράξη. Το να αποδεχτείς ότι η ζωή δεν είναι ούτε απόλυτα καλή ούτε απόλυτα κακή, ότι δεν υπάρχει κάποιο κοσμικό σχέδιο που λειτουργεί υπέρ ή κατά σου, αλλά μια συνεχής εναλλαγή δημιουργίας και φθοράς. Την στιγμή που αποδεχτείς αυτήν την ισορροπία, ζεις με περισσότερη ηρεμία. Και ίσως με περισσότερη ελευθερία. Στο τέλος της ημέρας, νομίζω πως ο στόχος είναι να λέμε τα λιγότερα ψέματα στην εαυτό μας.
Η έκθεση σας γεννήθηκε μέσα από εμπειρίες απώλειας και εγκλεισμού. Πώς η περίοδος της πανδημίας και τα βιώματα σας λειτούργησαν ως καταλύτης για τη δημιουργία των νέων σας έργων, μετατρέποντας μια τόσο προσωπική, εσωτερική διαδικασία σε εικαστικό γεγονός που αφορά το ευρύ κοινό;
Η πανδημία ήταν μία εποχή – σταθμός για όλους μας. Άλλοι άνθρωποι βίωσαν έντονο πανικό, άλλοι υπήρξαν πιο ψύχραιμοι. Κι όμως, η πορεία απέδειξε ότι τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απλά. Εγώ, που θεωρούσα πως το διαχειρίζομαι καλύτερα, βρέθηκα αργότερα αντιμέτωπος με έντονο άγχος και κρίσεις πανικού – για πρώτη φορά στη ζωή μου. Εκεί κατάλαβα ότι άλλο είναι αυτό που νομίζουμε πως νιώθουμε κι άλλο αυτό που πραγματικά συμβαίνει μέσα μας. Αυτή η εσωτερική αντίφαση ήταν από τις πρώτες σπίθες.
Στη συνέχεια ήρθε και η απώλεια ενός πολύ κοντινού μου ανθρώπου, της μητέρας μου. Την στιγμή αυτή αλλάζει όλη η οπτική σου. Περνάς πολλά στάδια: ενοχές, θυμό, σύγχυση. Όταν όμως «κάτσει η σκόνη», συνειδητοποιείς πως η απώλεια είναι μέρος της φυσικής ροής της ζωής. Δεν παύει να πονά, αλλά αν δεν τη δεις μέσα σε ένα πλαίσιο ισορροπίας, σε καταπίνει.
Η έκθεση γεννήθηκε ακριβώς από αυτή την ανάγκη να συμφιλιωθώ με τη δυαδικότητα: με το φως και το σκοτάδι, με την αρχή και το τέλος. Ο εγκλεισμός με έβαλε να κοιτάξω πιο βαθιά μέσα μου· η απώλεια με ανάγκασε να αποδεχτώ ότι τίποτα δεν είναι απόλυτο. Και κάπως έτσι, μια πολύ προσωπική εμπειρία μετατράπηκε σε εικόνα, όχι για να δώσει απαντήσεις, αλλά για να λειτουργήσει σαν καθρέφτης.
Τονίζετε πως οι απαντήσεις στα έργα σας είναι αυστηρά προσωπικές για τον κάθε θεατή, με την αφηρημένη τέχνη να αφήνει μεγάλο χώρο εξερεύνησης. Σας ενδιαφέρει να καθοδηγήσετε την ερμηνεία μέχρι έναν βαθμό ή σας γοητεύει το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να δει κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που νιώσατε εσείς;
Θα σου πω μία αλήθεια: όταν ξεκίνησα αυτή την έκθεση, είχα την αίσθηση ότι μπαίνω σε κάτι πολύ προσωπικό. Ως καλλιτέχνης, πάντα υπάρχει ο φόβος αν αυτό που νιώθεις θα το καταλάβει ο κόσμος. Τελικά συνειδητοποιείς ότι δεν έχει σημασία να το καταλάβει «όπως ακριβώς» το ένιωσες εσύ, όπως συμβαίνει και με χιλιάδες τραγούδια που ακούμε καθημερινά. Έτσι λειτουργεί η τέχνη. Ο καθένας τη φέρνει στα μέτρα του.
Η φράση «μέχρι έναν βαθμό» είναι κομβική. Δεν θα ήθελα ο θεατής να βγει εντελώς εκτός πλαισίου, γι’ αυτό και υπάρχει ένα εισαγωγικό κείμενο στην έκθεση, σαν ένας κεντρικός άξονας. Από εκεί και πέρα η δική μου πρόθεση δεν ήταν να επιβάλω μια ερμηνεία αλλά να δημιουργήσω έναν καθρέφτη. Άλλοι είδαν κάτι αισιόδοξο, άλλοι κάτι σκοτεινό και αυτό το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ίσως τελικά το έργο να αποκαλύπτει περισσότερα για τον θεατή, παρά για τον δημιουργό.
Στα εγκαίνια της έκθεσης, πολλοί με ρωτούσαν τι σκεφτόμουν ή τι απεικονίζεται και συνήθως απαντούσα δίνοντας κάποια μικρά «hints». Εδώ έρχεται και η φράση του David Lynch που λέει πως όταν ολοκληρώνεις μία ταινία, ο κόσμος θέλει να μιλήσει για αυτήν, αλλά από εκεί και πέρα η ταινία είναι αυτή που μιλάει. Κάπως έτσι το αντιμετωπίζω κι εγώ. Ό,τι είχα να πω, το έχω ήδη πει μέσα από τη δουλειά μου. Το νόημα της τέχνης είναι να προκαλέσει συναίσθημα, όχι να «αρέσει». Η τέχνη ενεργοποιεί εσωτερικά γρανάζια. Ο στόχος δεν είναι το «μπράβο», είναι να ταράξεις τα νερά, να ιντριγκάρεις, να προβληματίσεις.
Ζούμε σε μια εποχή που η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) μπαίνει δυναμικά σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Ως καλλιτέχνης, πώς βλέπετε αυτή την εξέλιξη; Θεωρείτε πως είναι εργαλείο ή απειλή για την αυθεντικότητα του δημιουργού;
«Το νόημα της τέχνης είναι να προκαλέσει συναίσθημα, όχι να “αρέσει”. Η τέχνη ενεργοποιεί εσωτερικά γρανάζια»
Υπάρχουν δύο οπτικές, αυτή του δημιουργού και αυτή του θεατή. Στην πρώτη δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς ένας άνθρωπος που αγαπά τη δημιουργία θα επιλέξει αυτήν την προσέγγιση. Η δημιουργική διαδικασία είναι μάχη με τον εαυτό σου, δεν είμαστε αθλητές. Πάντα θα υπάρχει κάποιος καλύτερος και αυτό είναι ΟΚ. Η ομορφιά είναι ότι είμαστε διαφορετικοί. Ο μόνος που έχει νόημα να ξεπεράσεις είναι ο χθεσινός σου εαυτός. Ως εργαλείο, όμως, μπορεί να έχει ενδιαφέρον και να εξελιχθεί δίπλα στους καλλιτέχνες.
Η δεύτερη οπτική είναι του θεατή και εκεί είναι που ανησυχώ περισσότερο. Βλέπω ότι ο κόσμος αποδέχεται πολύ εύκολα κάτι που έχει παραχθεί από AI, αρκεί να είναι «ωραίο» και ειδικά η νέα γενιά, που μεγαλώνει μέσα σε αυτό, ίσως να μη μάθει ποτέ να σέβεται τη διαδικασία. Ζούμε στην εποχή του γρήγορου, του scroll, του εφήμερου. Αν μείνουμε μόνο στο «μου αρέσει» και δεν μας νοιάζει η διαδικασία πίσω από το έργο, τότε χάνεται κάτι ουσιαστικό γιατί αυτό δίνει αξία. Όταν κάτι είναι χειροποίητο, κουβαλά χρόνο, κόπο, προσωπική διαδρομή, κομμάτι ψυχής. Αν δεν εκτιμήσεις αυτή τη διαδρομή, έχεις χάσει ένα μεγάλο μέρος της τέχνης. Η τέχνη είναι ανθρώπινη έκφραση. Πηγάζει από τον άνθρωπο και απευθύνεται σε άνθρωπο.
Η τεχνολογία μπορεί να βοηθήσει σε πολλά πεδία και είναι βέβαιο ότι το AI θα προχωρήσει. Το ζήτημα είναι μέχρι ποιο σημείο θα το επιτρέψουμε και πώς θα το διαχειριστούμε ως κοινωνία.
Αναφέρετε συχνά τη μουσική ως βασική πηγή έμπνευσης. Αν η έκθεση «Balance of Opposites» είχε ένα soundtrack, τι θα ακούγαμε μπαίνοντας στην γκαλερί;
Αν έπρεπε να διαλέξω ένα και μόνο άλμπουμ, αυτό θα ήταν το «The Machine of God» των The Smashing Pumpkins. Ήμουν περίπου 20 χρονών όταν κυκλοφόρησε και θυμάμαι να βλέπω το βιντεοκλίπ του Stand Inside Your Love. Ασπρόμαυρο, με μια αισθητική που έμοιαζε με παλιό, ονειρικό φιλμ. Με χτύπησε σαν κομήτης. Όλη αυτή η δραματικότητα, η θλίψη, ο συμβολισμός -η παραλλαγή της ιστορίας της Σαλώμης και του Ιωάννη. Το CD είναι εικονογραφημένο από τον Vasily Kafanov, έναν Γιουγκοσλάβο ζωγράφο που με είχε συγκλονίσει. Εκεί, για πρώτη φορά, ένιωσα πώς εικόνα και μουσική μπορούν να λειτουργήσουν σαν ένα ενιαίο αφήγημα.
Ο δίσκος μιλά για τη φήμη, την αυτοκαταστροφή, τις υπερβολές, τη σκοτεινή πλευρά, αλλά και για την ωρίμανση που έρχεται μετά την πτώση και νομίζω ότι αυτή η ιδέα της διαδρομής μέσα από το σκοτάδι προς μια μορφή ισορροπίας είναι κάτι που με ακολουθεί πάντα.
Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο επισκέπτης φεύγοντας από την έκθεση;

Ο επισκέπτης θα ήθελα να διαβάσει την ιστορία που συνοδεύει τα έργα, να την επεξεργαστεί και να φύγει σκεπτόμενος διαφορετικά για τον εαυτό του, τη ζωή του και τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο.
Πρόσφατα είδα μια ταινία του Hirokazu Kore-eda, το After Life. Η υπόθεση ξεκινά με ανθρώπους που μόλις έχουν πεθάνει και καλούνται να επιλέξουν μία και μοναδική ανάμνηση από τη ζωή τους — την πιο σημαντική, για να πάρουν μαζί τους στην αιωνιότητα. Για εβδομάδες αναρτιόμουν ποια ανάμνηση θα διάλεγα εγώ.
Σε καμία περίπτωση δεν νιώθω ότι η δουλειά μου αγγίζει ένα τέτοιο «μεγαλείο». Αν όμως μπορώ να φέρω τον θεατή, έστω και για λίγο, σε μια εσωτερική παύση, τότε θα είμαι πραγματικά ευτυχής.
Κλείνοντας κ. Δημητρέ… Κοιτάζοντας τη μέχρι τώρα πορεία σας, νιώθετε ότι αυτή η έκθεση σηματοδοτεί μια αλλαγή ή ωρίμανση στη δουλειά σας; Και ποια είναι τα επόμενα σας βήματα;
Πολλοί μου είπαν πως αποτελεί την πιο ώριμη δουλειά μου. Δεν ξέρω ακριβώς τι σημαίνει αυτό, γιατί η ωριμότητα είναι μια πολύ σχετική έννοια. Ίσως τελικά να είναι απλώς η αντανάκλαση της φάσης που βρίσκεσαι στη ζωή σου. Αν το σκεφτώ έτσι, τότε ναι, μάλλον κάθε επόμενη δουλειά θα είναι πιο «ώριμη» από την προηγούμενη. Αλλάζουν τα ερεθίσματα, οι εμπειρίες, οι σκέψεις.
Όσο για το τι ακολουθεί, έχω την ανάγκη να εξερευνήσω το άλλο άκρο. Μετά από αυτή τη λιτή, ασπρόμαυρη προσέγγιση, θέλω να επιστρέψω στο χρώμα. Να δουλέψω πιο έντονα, πιο ζωντανά. Από εκεί και πέρα, το ωραίο σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι ότι ποτέ δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει. Ξεκινάς από κάπου και καταλήγεις αλλού. Και ίσως αυτή η διαδρομή να είναι το πιο δημιουργικό κομμάτι απ’ όλα.






