Γράφει ο Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος
Δημοσιογράφος – Δημοσιολόγος
Δέκα και οκτώ χρόνια πέρασαν από την εκδηµία του µακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου και στα όσα συµβαίνουν στην Πατρίδα µας.
Ο πιστός λαός τον αναζητεί, λέγοντας «πού είσαι Χριστόδουλε». Κατά τα εννέα χρόνια της Αρχιεπισκοπίας του η Εκκλησία είχε λόγο, είχε παρρησία και ο λαός ένιωθε ότι ο Προκαθήµενος της Εκκλησίας νοιάζεται γι’ αυτόν.
Μπροστά στην προστασία του ποιµνίου του από τις ποικίλες επιθέσεις, που σκοπό είχαν να πολεµήσουν την πίστη του, να αλλάξουν την ταυτότητά του και να αλλοιώσουν την πολιτισµική του κληρονοµιά, εκείνος, ακολουθώντας τον λόγο του Ιησού Χριστού, που λάτρευε, θυσίασε τη ζωή του.
Από της εκλογής του έως και τη βαρύτατη ασθένεια, που τον οδήγησε στον θάνατο, δεν υπήρξε ηµέρα που να µην αντιµετωπίζει µε καρτερία και να απαντά µε σοφία και παρρησία στα βέλη που εξαπολύονταν κατά του ιδίου και της Εκκλησίας. Τα πυρά ήσαν οµαδικά, από όλες τις πλευρές: Πολιτεία, εξωτερικούς παράγοντες, από το εσωτερικό της Εκκλησίας, από ανθρώπους του περιβάλλοντός του, από τα ΜΜΕ… Εκείνος ακλόνητος, έως την κοίµησή του. Ακόµη και κατά την ασθένειά του δεν έπαυσε να νοιάζεται και να αγωνίζεται για το ποίµνιό του.
Χαρακτηριστικό παράδειγµα της πολεµικής είναι πως ενώ νοσηλευόταν στο Μαϊάµι και σε βαριά κατάσταση της υγείας του, τηλεοπτικός σταθµός της Αθήνας µετέδωσε ψευδή είδηση για δήλωσή του περί των πυρκαγιών που τότε είχαν ξεσπάσει στην Ελλάδα… Σηµειώνεται ότι βαριά ήταν η κατάσταση της υγείας του, αλλά όσο βρισκόταν στη Φλόριντα και όσο του το επέτρεπαν οι σωµατικές του δυνάµεις κήρυττε Χριστό και Ελλάδα, όπως ο ίδιος έλεγε.
Την ψευδή είδηση αναµετέδωσαν άλλοι τηλεοπτικοί σταθµοί και εφηµερίδες της ίδιας εχθρότητας προς τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, προφανώς επιδιώκοντας να τον δυσφηµήσουν ακόµη και ευρισκόµενο στο κρεβάτι του πόνου. Τόσο τον φοβόντουσταν… Ο ίδιος ενηµερώθηκε για τη συκοφαντική είδηση από δηµοσιογράφο και του απάντησε ιδιοχείρως: «Είναι ψεύδος. ∆εν ωµίλησα ούτε ανεφέρθην δηµόσια στο θέµα τούτο. Χθες εκήρυξα στον ναό του Αγίου ∆ηµητρίου Lauderdale (Σηµ. πόλη της Φλόριντα), αλλά δεν ανεφέρθην στο θέµα αυτό».
∆εν είναι τυχαίο πως οι τελευταίες επισκέψεις, προ της ασθενείας του, έγιναν στην Κύπρο και στη Μακεδονία. Στην Κύπρο, µε την δική του επιθυµία και τη θερµή υποστήριξη του µακαριστού Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόµου, µετέβη σε όλες τις ελεύθερες πόλεις της και µίλησε σε ανοικτές συγκεντρώσεις, ή σε µεγάλες αίθουσες, όπως στην Πάφο για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Παντού µίλησε για την αδελφοσύνη Ελλαδιτών και Κυπρίων, για την κοινή κληρονοµιά µας και για την κοινή µας ευθύνη να επιζήσει το Έθνος µας στο ρεύµα της παγκοσµιοποίησης και του κοσµοπολιτισµού και στις απειλές της γείτονος χώρας. Παντού έγινε ενθέρµως δεκτός.
Τη Θεσσαλονίκη, γενικά τη Μακεδονία και τη Θράκη είχε κατ’ επανάληψη επισκεφθεί ο µακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος και πάντα µιλούσε πνευµατικά και πατριωτικά στο εκεί ποίµνιο. Στην τελευταία, προ της εκδήλωσης της ασθένειάς του και της εισαγωγής του στο Αρεταίειο Νοσοκοµείο, είχε επισκεφθεί την Έδεσσα και στην οµιλία του, της 3ης Ιουνίου 2007, έκαµε την ακόλουθη έκκληση προς τους Μακεδόνες και γενικά στους Έλληνες:
«Μείνετε όρθιοι στις επάλξεις, σταθείτε και φυλάξτε τις εθνικές και θρησκευτικές µας παραδόσεις, διατηρείστε την ενότητα µε τις ρίζες µας, για να µην ξεραθεί η ψυχή σας, αλλά να είναι πάντα καρποφόρα… Στην Ελλάδα και πριν και σήµερα και αύριο κανένας δεν µπόρεσε, ούτε θα µπορέσει ποτέ, να κάµψει το φρόνηµά µας. Από εµάς εξαρτάται να δικαιωθούν οι θυσίες των ηρώων µας Μακεδονοµάχων».
Ο χειρότερος ιδεολογικός πόλεµος κατά της Εκκλησίας έγινε επί Κυβέρνησης Σηµίτη, που θέλησε να αφαιρέσει το θρήσκευµα από τις αστυνοµικές ταυτότητες. Τότε ο µακαριστός Αρχιεπίσκοπος πρόβλεψε σωστά το τι θα επακολουθούσε και ζήτησε να είναι προαιρετική η αναγραφή του θρησκεύµατος. Οι επιθέσεις από Κυβέρνηση και ΜΜΕ κατά του Αρχιεπισκόπου ήσαν προσωπικές και δηλητηριώδεις, υπό την ανοχή µάλιστα της τότε εκκλησιαστικής αντιπολίτευσης. Προσβλητική ήταν και η συµπεριφορά προς τον Αρχιεπίσκοπο του τότε Προέδρου της ∆ηµοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλου.
Όµως το αίτηµα του Αρχιεπισκόπου και της Ιεραρχίας για τις ταυτότητες υπέγραψαν άνω των τριών εκατοµµυρίων Έλληνες πολίτες, µεταξύ των οποίων και ο µετά πρωθυπουργός Κώστας Καραµανλής, µετά της συζύγου του.
Ιστορικά θα µείνουν και τα συλλαλητήρια σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, όπου µίλησε ο Αρχιεπίσκοπος, µε την παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων, οι οποίοι εκδήλωσαν την επιθυµία τους να παραµείνουν Έλληνες και Ορθόδοξοι.
—
Πρόσφατα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, διάδοχος του Κώστα Καραµανλή και του Αντώνη Σαµαρά στην ηγεσία της Ν.∆. και στην πρωθυπουργία, πέρασε τις νέες ηλεκτρονικές ταυτότητες, οι οποίες στα χέρια ενός ολοκληρωτικού συστήµατος, µπορούν να καταστούν ο «Μεγάλος Αδελφός» του Όργουελ, αφού µε µια κίνηση θα ελέγχει όλα τα στοιχεία της ζωής του κάθε πολίτη και µε τις µεθόδους, που θα έχει στη διάθεσή του, θα µπορεί να τον µετατρέψει σε άβουλο όργανό του.
Σηµειώνεται ότι οι νέες ταυτότητες πέρασαν µε τη συγκατάθεση της 13µελούς ∆ιαρκούς Ιεράς Συνόδου, η οποία δεν θέλησε να το φέρει στην 82µελή Ιεραρχία. Η προηγούµενη οµόφωνη απόφαση της Ιεραρχίας, τα τρία εκατοµµύρια λαού που υπέγραψαν για τις ταυτότητες, οι εκατοντάδες χιλιάδες λαού που διακήρυξαν ότι δεν θέλουν τις νέες ταυτότητες, καθώς και οι προ της εφαρµογής των νέων ταυτοτήτων έντονες διαµαρτυρίες Μητροπολιτών, κληρικών και πλήθους λαού αγνοήθηκαν…
Ο µακαριστός Αρχιεπίσκοπος, µπρος στο κατά Χριστόν δίκαιο και στην προστασία του ποιµνίου του, δεν δίστασε να αντιπαραταχθεί µε τους ισχυρούς της Γης, που εξέφρασαν κατ΄ επανάληψη εναντίον του τη δυσαρέσκειά τους. ∆εν ήταν λίγες οι φορές που στελέχη τους ανεπισήµως και κατ’ επανάληψη τον επισκέφθηκαν στην Αρχιεπισκοπή και πέραν των δικών τους επιχειρηµάτων, χρησιµοποίησαν και ανθρώπους του περιβάλλοντος του µακαριστού για να τον επηρεάσουν να χαµηλώσει τους τόνους και να µην ενοχλεί… Όµως εκείνος έµεινε σταθερός στο χρέος του.
Ένα παράδειγµα. Σε επιστολή του προς τον τότε Πρόεδρο των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους, ηµεροµηνία 17 Νοεµβρίου 2004, δεν δίστασε να γράψει, µεταξύ άλλων, κάτι που επαληθεύεται στις ηµέρες µας:
«Κύριε Πρόεδρε… Οι Έλληνες θεωρούµε πως η αναγνώριση του οµόρου µε την Ελλάδα κράτους της π Γ∆Μ µε το εθνωνύµιο “Μακεδονία” όχι µόνο δεν εξυπηρετεί κανένα βαλκανικό κράτος, αφού ανεβάζει το θερµόµετρο της έντασης και της καχυποψίας στην περιοχή, αλλά φαίνεται πως δικαιώνει όλους όσους κτίζουν την ιστορία τους µε κλοπιµαία υλικά και επιβραβεύει όσους διατηρούν άσβηστη τη σπίθα της αταξίας και της µόνιµης αστάθειας σε µία κρίσιµη για την Ευρώπη περιοχή και σε µια εποχή αδιάκοπων εντάσεων».
Η µετά τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο περίοδος κυριαρχείται από ησυχία. Ουδείς από την Κυβέρνηση και τα ΜΜΕ ασχολείται µε τον Αρχιεπίσκοπο και η ∆ιαρκής Ιερά Σύνοδος καθώς και η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος συναινεί ή αντιδρά χλιαρά, τηρώντας κάποια προσχήµατα, στα όσα αντιχριστιανικά ψηφίζει η Κυβέρνηση. Στην πράξη τα επικροτεί, αφού τα µέλη της δείχνουν ότι διατηρούν τις καλύτερες των σχέσεων µε όσους τα εψήφισαν, υπουργούς και βουλευτές… Είναι εύλογο λοιπόν ο λαός, που αγνοείται σε όλα αυτά που τεκταίνονται και είναι πικραµένος για την αβελτηρία των ποιµένων του να αναφωνεί «Πού είσαι Χριστόδουλε…».


