Από την αποταμίευση στην ανάπτυξη
![]()
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΒΙΒΙΑΝ ΜΑΡΓΕΛΛΟΥ
H Eυρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να απαντήσει σε μια διπλή πρόκληση: πώς θα μετατρέψει την υψηλή αποταμίευση των Ευρωπαίων σε παραγωγικές επενδύσεις και πώς θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της σε ένα περιβάλλον έντονου διεθνούς ανταγωνισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ένωση Αποταμιεύσεων & Επενδύσεων (Savings & Investments Union – SIU) αναδεικνύεται ως η επόμενη μεγάλη πρωτοβουλία ευρωπαϊκής εμβέλειας για την εμβάθυνση και βελτίωση της λειτουργίας των κεφαλαιαγορών.
Η αφετηρία είναι σαφής: η Ευρώπη παραμένει σε μεγάλο βαθμό τραπεζοκεντρική, ενώ η χρηματοδότηση μέσω κεφαλαιαγορών -ιδίως για καινοτόμες, εξαγωγικές και ταχέως αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις- δεν διαθέτει το απαιτούμενο βάθος και κλίμακα. Το SIU έρχεται να λειτουργήσει ως «γέφυρα» ανάμεσα σε τρεις στόχους: (α) περισσότερες και ασφαλέστερες επιλογές για τους πολίτες – αποταμιευτές, (β) περισσότερα διαθέσιμα κεφάλαια για την πραγματική οικονομία και (γ) ισχυρότερες, πιο ενοποιημένες και ανθεκτικές ευρωπαϊκές αγορές.

Η Maria Luís Albuquerque, αρμόδια Επίτροπος για τις Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες και το SIU, έχει υπογραμμίσει ότι η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής αγοράς δεν αφορά μόνο την «τεχνική» ενοποίηση, αλλά πρωτίστως την εμπιστοσύνη. Σε μια περίοδο όπου τα private markets διευρύνονται και προσελκύουν κεφάλαια, η κεντρική ιδέα που αναδεικνύεται είναι ότι οι δημόσιες, ρυθμιζόμενες αγορές παραμένουν αναντικατάστατες ως προς τη διαφάνεια, την αξιόπιστη τιμολόγηση (price discovery) και την προστασία της επενδυτικής βάσης – ιδίως των ιδιωτών επενδυτών. Η εμπιστοσύνη δεν είναι αφηρημένη έννοια: είναι ο όρος που επιτρέπει στις αποταμιεύσεις να «κινηθούν» από τον λογαριασμό προς την επένδυση, με όρους ασφάλειας και ενημέρωσης.
Από την πλευρά της ESMA (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών), η Verena Ross έχει συνδέσει ρητά το SIU με μια πιο πρακτική, «μηχανική» ανάγνωση: δεν αρκούν οι πολιτικοί στόχοι αν δεν υποστηρίζονται από κανόνες που εφαρμόζονται συνεκτικά και από υποδομές που λειτουργούν αποτελεσματικά. Στον πυρήνα της προσέγγισης αυτής βρίσκονται τρεις άξονες: εποπτική σύγκλιση (ώστε οι ίδιες αρχές να εφαρμόζονται ουσιαστικά με παρόμοιο τρόπο σε όλα τα κράτη – μέλη), ενίσχυση της ακεραιότητας και της διαφάνειας στις αγορές, και βελτίωση των «υδραυλικών» της αγοράς, δηλαδή των υποδομών post-trade (εκκαθάριση, διακανονισμός, θεματοφυλακή). Αυτές οι τεχνικές παράμετροι, αν και λιγότερο ορατές στο ευρύ κοινό, καθορίζουν στην πράξη την αποδοτικότητα, το κόστος συναλλαγών και τελικά την ελκυστικότητα μιας αγοράς για επενδυτές και εκδότες.
Σε αυτό το ευρωπαϊκό κάδρο, η Ελλάδα διαθέτει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα -και κρίσιμη- συγκυρία. Η συζήτηση της MSCI για πιθανή αναταξινόμηση της ελληνικής αγοράς από Emerging σε Developed Market (με προθεσμία απόψεων έως 16 Μαρτίου 2026 και απόφαση έως 31 Μαρτίου 2026, με πιθανή εφαρμογή τον Αύγουστο 2026) λειτουργεί ως «τεστ ωρίμανσης» και ως υπενθύμιση ότι η εμπιστοσύνη και το βάθος αγοράς δεν είναι δεδομένα, αλλά αποτέλεσμα θεσμών, κανόνων, υποδομών και συνεπούς εφαρμογής. Ανεξαρτήτως έκβασης, πρόκειται για μια διαδικασία που αναδεικνύει τα στοιχεία που ζητούν οι διεθνείς επενδυτές: ποιότητα αγοράς, λειτουργική αποτελεσματικότητα, ρευστότητα, διαφάνεια και θεσμική αξιοπιστία – δηλαδή ακριβώς τα συστατικά που θέτει στο επίκεντρο το SIU.

Ο ρόλος της Ελληνικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σε αυτή τη μετάβαση είναι καταλυτικός. Η επιτυχία του SIU θα κριθεί στην πράξη, και η πράξη ξεκινά από την καθημερινή λειτουργία της αγοράς: προστασία επενδυτών, έγκαιρη αντιμετώπιση φαινομένων παραπληροφόρησης, ενίσχυση της διαφάνειας, αποτελεσματική εποπτεία έναντι χειραγώγησης και κατάχρησης αγοράς, καθώς και ενεργή συμβολή στην εποπτική σύγκλιση εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου. Παράλληλα, η ενίσχυση της χρηματοοικονομικής παιδείας αποτελεί προϋπόθεση ώστε η «αποταμίευση» να μετασχηματίζεται σε «επένδυση» με ενημερωμένο τρόπο, περιορίζοντας κινδύνους υπερβολών και απογοητεύσεων που τελικά υπονομεύουν την εμπιστοσύνη.
Το SIU δεν είναι σύνθημα, αλλά μια στρατηγική επιλογή: να κινητοποιηθούν αποταμιεύσεις προς παραγωγικές επενδύσεις, να στηριχθεί η ανάπτυξη και να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα της Ευρώπης. Για την Ελλάδα, είναι ταυτόχρονα ευκαιρία και υποχρέωση: ευκαιρία να εμβαθύνει η αγορά, να διευρυνθεί η επενδυτική βάση και να ενισχυθεί η χρηματοδότηση της επιχειρηματικότητας∙ υποχρέωση να διασφαλιστεί ότι αυτή η ανάπτυξη θα στηρίζεται σε κανόνες, διαφάνεια και θεσμική αξιοπιστία.
Σε έναν ευρωπαϊκό σχεδιασμό που επιδιώκει «περισσότερη επένδυση με περισσότερη εμπιστοσύνη», η Ελληνική Κεφαλαιαγορά μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης – με σοβαρότητα, συνέπεια και απτά αποτελέσματα. Στόχος, η ενιαία αγορά κεφαλαίου στην υπηρεσία της πραγματικής οικονομίας.
Ο Μιχαήλ Φέκκας είναι Α’ αντιπρόεδρος στην Επιτροπή Κεφαλαιοαγοράς.
Σπούδασε στο Université du Droit et de la Santé Lille II στη Γαλλία και είναι κάτοχος Maîtrise d’Administration Economiques et Sociale, καθώς και μεταπτυχιακού τίτλου στη Διεθνή Χρηματοοικονομική Ανάλυση (DESS Analyste Financier International) από την École Supérieure des Affaires, Lille II.
Από το 1998 δραστηριοποιείται επαγγελματικά στην ελληνική κεφαλαιαγορά, καταλαμβάνοντας σημαντικές θέσεις ως υπεύθυνος εσωτερικού ελέγχου, υπεύθυνος Κανονιστικής Συμμόρφωσης, υπεύθυνος για την πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος, υπεύθυνος διαχείρισης κινδύνων και πιο πρόσφατα, υπεύθυνος διαχείρισης χαρτοφυλακίων. Είναι πιστοποιημένος για την εκπόνηση αναλύσεων χρηματοοικονομικών μέσων/εκδόσεων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και κάτοχος πιστοποίησης διαπραγματευτή στην Αγορά Παραγώγων από το Χρηματιστήριο Αθηνών.


