Γράφει η Ελένη Κονιαρέλλη – Σιακή
«Αύριο θα στείλουµε τις µυγδαλιές περίπατο στο ακροθαλάσσι να πλύνουνε τα πρόσωπά τους απ’ τη σκόνη της λύπης µας. Και το βράδυ που θα γυρίσουν χαρούµενες θα µας φέρουν τα πρώτα µας λόγια πλυµένα στη θάλασσα, κι εµείς θα κλαίµε στο ανοιχτό παράθυρο απ’ τη χαρά µας, που µπορούµε να κλαίµε» (Απόσπασµα: «Όνειρο καλοκαιρινού µεσηµεριού» Γιάννης Ρίτσος).
Απ’ το ιδρωµένο τζάµι µπορώ να δω τις αµυγδαλιές µε τ’ άσπρα τους φορέµατα να κοιτάζουν µε θλίψη στον ουρανό τα γκρίζα σύννεφα ν’ αγκαλιάζονται, να σκουραίνουν… Σε λίγο θα ξεσπάσουν. Μήπως µπορεί κανείς να τα εµποδίσει;
∆ύο µικρές αµυγδαλιές φιλιούνται πολλές φορές το βράδυ όταν ο απρόσµενος άνεµος τις φέρνει κοντά. Κι όλη τη νύχτα ακούν προσεκτικά µύθους και ιστορίες των αστεριών που όλο µιλούν, και µιλούν, καθώς ακολουθούν τον αιώνιο δρόµο τους.
Ακούν τη Μυθολογία να λέει για µια όµορφη πριγκίπισσα που ονοµαζόταν Φυλλίς και ήταν η κόρη του Βασιλιά της Θράκης που ερωτεύτηκε τον γιο του Θησέα, τον ∆ηµοφώντα.
Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν όταν το καράβι του νεαρού Αθηναίου ∆ηµοφώντα, επέστρεφε από την Τροία. Παντρεύτηκαν, αλλά µετά από λίγο καιρό ο νεαρός Αθηναίος νοστάλγησε την πατρίδα του, και η ερωτευµένη πριγκίπισσα µη αντέχοντας να τον βλέπει θλιµµένο, τον άφησε να γυρίσει πίσω και αν την αγαπούσε πραγµατικά θα ξαναγύριζε και τότε θα ήταν αληθινά και ειλικρινά δικός της.
Έτσι έγινε και η ερωτευµένη πριγκίπισσα Φυλλίς έµεινε µόνη να περιµένει τον εκλεκτό της για πολλά χρόνια, ώσπου µαράζωσε και πέθανε από τη θλίψη της.
Όµως οι Θεοί που γνώριζαν την ιστορία της τη µεταµόρφωσαν σε δέντρο για να µπορεί να περιµένει για περισσότερα χρόνια τον αγαπηµένο της. Έτσι η ερωτευµένη γυναίκα δεν πέθανε αλλά έγινε το δέντρο που έµελλε να είναι «ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΠΙ∆ΑΣ, Η ΑΜΥΓ∆ΑΛΙΑ!»
Όταν ο ∆ηµοφώντας επέστρεψε στη Θράκη, βρήκε την αγαπηµένη και πιστή γυναίκα του, όχι περιστοιχισµένη από µνηστήρες, αλλά ένα ξερό δέντρο στη µέση του παγωµένου τοπίου. Απελπισµένος και γεµάτος τύψεις, αγκάλιασε τον κορµό της, και τότε εκείνη πληµµύρισε ανθούς στη µέση του χειµώνα νικώντας τον θάνατο».
Εκείνο το απόγευµα που πυκνή και ανεξήγητη οµίχλη είχε απλωθεί στη φύση και τα πουλιά ετοιµάζονταν για τη βραδινή προσευχή τους, σώπασαν ξαφνικά για ν’ ακούσουν µια ακόµη ιστορία για την αµυγδαλιά που µας διηγείται η Μυθολογία:
«Η Αµυγδαλιά, ήταν ένα νέο, πανέµορφο ροδαλό κορίτσι. Η µητέρα της την αγαπούσε πολύ, την πρόσεχε, φοβόταν όµως τις κρύες ηµέρες του χειµώνα να την αφήσει να βγει έξω για να µην κρυώσει. Γι’ αυτό τον χειµώνα την κλείδωνε στο δωµάτιό της. Μια ηµέρα όµως, ο Βοριάς πέρασε έξω από το παράθυρό της, την είδε και την ερωτεύτηκε. Πώς όµως θα ερωτευόταν και εκείνη το Βοριά; Τριγυρνούσε θλιµµένος έξω από το παράθυρό της, ώσπου µια νύχτα σκέφτηκε να µεταµορφωθεί σε πρίγκιπα. Έτσι παρουσιάστηκε στην Αµυγδαλιά, σαν όµορφος νεαρός άντρας και µάλιστα πρίγκιπας, και της ζήτησε να παντρευτούν αµέσως.
Εκείνη µόλις τον είδε τον ερωτεύτηκε και δέχτηκε την πρότασή του. Μια ηµέρα λοιπόν που έλειπε η µητέρα της βγήκε έξω τρέχοντας και αγκάλιασε τον Βοριά. Όµως, δεν άντεξε την παγωνιά και από το κρύο… ξεψύχησε. Από τότε ντύνεται νυφούλα και δέχεται το άγγιγµα του αγαπηµένου της Βοριά κάθε χειµώνα».
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΙΣΜΕΝΗΣ ΑΜΥΓ∆ΑΛΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ Γ. ∆ΡΟΣΙΝΗ
Η ∆ροσίνα ∆ροσίνη ήταν 16 ετών και φοιτούσε στο Αρσάκειο, όταν ο ξάδελφός της Γεώργιος ∆ροσίνης – ο γνωστός µας ποιητής – επισκέφτηκε το σπίτι των θείων του για λίγες ηµέρες.
Ήταν όµορφος νέος, έξυπνος και πολύ καλλιεργηµένος. Ένα πρωί ο ∆ροσίνης, κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας του, άνοιξε το παράθυρο του δωµατίου του για να µπει φως και αέρας, αλλά τα µάτια του καρφώθηκαν σε µια θαυµάσια εικόνα.
Είχε µπροστά του µία ανθισµένη αµυγδαλιά και κάτω από τα κλαδιά της η όµορφη ∆ροσίνα τη θαύµαζε µε ενθουσιασµό. Κάποια στιγµή άπλωσε τα χέρια της ψηλά και κούνησε τα κλαδιά του ανθισµένου δέντρου, και τα υπέροχα λευκά λουλούδια της αµυγδαλιάς την σκέπαζαν…
Ο Γ. ∆ροσίνης µαγεµένος από την πανέµορφη εικόνα που είχε µπροστά του, πέρασε γρήγορα µέσα στο δωµάτιό του και εκείνη την ώρα έγραψε το γνωστό ποίηµά του «Η Ανθισµένη Αµυγδαλιά».
Τη µελωδία για την «Ανθισµένη Αµυγδαλιά» του Γ. ∆ροσίνη την έγραψε αργότερα ο Γεώργιος (Τζώρτζης) Κωστής, και το ωραίο τραγούδι αγαπήθηκε και διαδόθηκε πολύ γρήγορα. Σύντοµα έγινε καντάδα, που ακουγόταν πολύ συχνά κάτω από τα παράθυρα των κοριτσιών. Οι στίχοι του ποιήµατος συγκινούν περισσότερο µε τις απλές τους εικόνες, τα ερωτικά συναισθήµατα, αλλά και µε τη συγκινητική αντίθεση της νεότητας και των γηρατειών.
Για πολλά χρόνια, ακόµα µέχρι και σήµερα, η εικόνα της όµορφης και δροσερής ∆ροσίνας κάτω από την ανθισµένη αµυγδαλιά, λουσµένη µε τα λευκά λουλούδια του στολισµένου δέντρου, συγκινεί, ενθουσιάζει και… προβληµατίζει.
«Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΑΜΥΓ∆ΑΛΙΑ»
(Γεωργίου ∆ροσίνη)
Ετίναξε την ανθισµένη αµυγδαλιά
µε τα χεράκια της
κι εγέµισε από άνθη η πλάτη, η αγκαλιά
και τα µαλλάκια της.
Αχ, χιονισµένη σαν την είδα την τρελή
γλυκά τη φίλησα
της τίναξα όλα τ’ άνθη από την κεφαλή
κι έτσι της µίλησα.
Τρελή, σαν θες να φέρεις στα µαλλιά σου τη χιονιά
τι τόσο βιάζεσαι;
Μονάχη της θε νά ‘ρθει η βαρυχειµωνιά
δεν το στοχάζεσαι;
Του κάκου τότε θα θυµάσαι τα παλιά
τα παιχνιδάκια σου,
σκυφτή γριούλα µε τα κάτασπρα µαλλιά
και τα γυαλάκια σου.
Τέλος, ο Αλέξανδρος Παπαδιαµάντης είπε για την αµυγδαλιά:
«… η αµυγδαλιά ενθυµίζει πρώιµα όνειρα νεότητος ανυποµόνου».
Ο Γεώργιος Σεφέρης έγραψε: «… λίγο ακόµη, λίγο ακόµη, θα ιδούµε τις αµυγδαλιές να ανθίζουν».
Ο Νίκος Καζαντζάκης είπε ότι: «Όταν ρώτησαν την αµυγδαλιά αν υπάρχει Θεός… εκείνη ΑΝΘΙΣΕ!».


