Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου, 2026

Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ: Πάνω απ’ όλα «ανθρωπιά»!

Γράφει ο Γιώργος Τσούκας
Εκπαιδευτικός – Δικηγόρος

Ανθρωπιά, Αρετή και Ανθεκτικότητα σε «ύποπτους» καιρούς – Προτάσεις διαπαιδαγώγησης για το σήμερα»

Έφυγε από κοντά μας η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ. Μια σπουδαία Ελληνίδα, ένα κορυφαίο πνευματικό ανάστημα. Η ελληνική διανόηση είναι πράγματι φτωχότερη, αλλά το έργο της παραμένει ζωντανό. Μας αφήνει την πεποίθηση ότι η ιστορία δεν είναι ένα κλειστό βιβλίο στο ράφι, αλλά μια ζωντανή δύναμη που μας καθορίζει. Ανασύρω από τη νηφάλια σκέψη και τη γαλήνια μνήμη της λίγα λόγια από τη σοφή παρακαταθήκη της…

Κάποτε, όταν φεύγει ένας άνθρωπος μεγάλης πνοής, δεν σιωπά απλώς ένα στόμα. Σβήνει ένα ιδιαίτερο είδος φωτός: εκείνο που δεν σε κολακεύει, αλλά σε ξυπνά. Με την απώλεια της Ελένης Γλύκατζη – Αρβελέρ, νιώθεις πως το δωμάτιο της σκέψης γίνεται πιο λιτό. Μα ταυτόχρονα, νιώθεις και κάτι άλλο: πως ό,τι άγγιξε δεν κλείνει μαζί της. Μένει σαν σπίθα μέσα σε λέξεις, σαν εσωτερική εντολή να σταθούμε πιο προσεκτικά απέναντι στη ζωή.

Η Αρβελέρ μας μίλησε για το Βυζάντιο όχι σαν να ξεσκονίζει ένα παλιό έπιπλο, αλλά σαν να ανοίγει ένα παράθυρο. Εκεί που πολλοί είδαν «μια σκοτεινή εποχή», εκείνη είδε ένα σταυροδρόμι αιώνων, έναν κόσμο όπου η πίστη, η εξουσία, η γλώσσα και η τέχνη πάλευαν να βρουν μορφή. Σαν την Κωνσταντινούπολη λίγο πριν το 1453: μια πόλη που ήξερε πως τίποτα δεν είναι αιώνιο, και όμως κρατούσε ακόμη όρθια τη μνήμη της.

Η Ιστορία, στο δικό της βλέμμα, δεν είναι διακόσμηση. Είναι δάσκαλος. Όχι πάντα τρυφερός-μα αναγκαίος.

Κι από αυτή τη μαθητεία, ανέσυρε μια από τις πιο καθαρές της προσταγές: «Καιρός να μάθουμε στα παιδιά μας πάνω απ’ όλα την ανθρωπιά». Ανθρωπιά: μια λέξη που τη λέμε εύκολα, αλλά τη ζούμε δύσκολα. Γιατί ανθρωπιά δεν είναι να συγκινείσαι στιγμιαία. Είναι να αντέχεις τον άλλον, να τον λογαριάζεις, να μη χτίζεις τη δική σου σωτηρία πάνω στη δική του ταπείνωση. Είναι το είδος της δύναμης που δεν κάνει θόρυβο. Είναι, όπως έλεγε, το μόνο ανθρώπινο δημιούργημα που δεν σκοτώνει.

Μιλούσε για την αρετή με έναν τρόπο παλιό και καινούργιο μαζί: σαν «δεύτερη φύση». Κάτι που δεν γεννιέται από μια ομιλία, ούτε από μια επίδειξη, αλλά από μικρές, επαναλαμβανόμενες πράξεις. Και κυρίως από πράξεις «χωρίς θεατές και ακροατές». Εκεί κρίνεται ο άνθρωπος: όταν δεν υπάρχει χειροκρότημα, όταν δεν σε «γράφει» κανείς, όταν το σωστό δεν φέρνει πόντους. Τότε φαίνεται αν έχεις μάθει να είσαι ελεύθερος.

Κι ύστερα, σαν να ήξερε πόσο εύκολα ο κόσμος μας σπρώχνει είτε στον κυνισμό είτε στην ονειροπόληση, έδινε στα παιδιά μια φράση – γέφυρα: «να έχουν ένα όνειρο και να το κυνηγήσουν με τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό». Τι ωραία ισορροπία: να περπατάς στη σκόνη της πραγματικότητας χωρίς να χάνεις τον ουρανό από τα μάτια. Να δουλεύεις, να επιμένεις, να χτίζεις – και να μη μικραίνεις. Γιατί το όνειρο χωρίς γη γίνεται φυγή, και η γη χωρίς ουρανό γίνεται φυλακή.

Ίσως γι’ αυτό ήταν τόσο αυστηρή με την Παιδεία. Έλεγε πως «έχει αποτύχει, γιατί όλοι μιλάνε στα παιδιά για επιτυχία και κανείς για ευτυχία». Επιτυχία – η λέξη της εποχής. Ευτυχία – η λέξη που φοβόμαστε, μη και μας πουν αφελείς. Κι όμως, τι είναι μια κοινωνία που παράγει «επιτυχημένους» αλλά όχι ανθρώπους που ξέρουν να ζουν; Τι είναι ένα σχολείο που διδάσκει να κερδίζεις, αλλά δεν διδάσκει τι αξίζει να μη χάσεις; Η ευτυχία δεν είναι χαμόγελο διαρκείας. Είναι να μπορείς να κοιτάς τον εαυτό σου χωρίς ντροπή. Είναι να έχεις μέτρο. Να έχεις ρίζες και κατεύθυνση.

Και επειδή γνώριζε πως οι εποχές αλλάζουν, αλλά οι αδυναμίες μας επιμένουν, «ζωγράφιζε» μια εικόνα που μοιάζει με νόμο της ζωής: «Τα πλοία δεν βυθίζονται από το νερό γύρω τους. Τα πλοία βυθίζονται από το νερό που μπαίνει σ’ αυτά». Πόσο συχνά κατηγορούμε τα κύματα -την κρίση, τους άλλους, τη συγκυρία- και πόσο σπάνια κοιτάμε τις δικές μας ρωγμές: τις μικρές συνήθειες που γίνονται μεγάλες ζημιές, τις δικαιολογίες που γίνονται τρόπος ύπαρξης, τη μικρότητα που γίνεται κανονικότητα.

Και κάπου εκεί, στην καρδιά της διάγνωσης, έβαζε τη λέξη που μας πονά περισσότερο: διχόνοια. Τη θυμόταν σαν κατάρα που επιστρέφει – σαν παλιό τραύμα που δεν θέλει να κλείσει. Από τα αρχαία χρόνια ως τις νεότερες ρήξεις, ο διχασμός μάς βρίσκει έτοιμους, σαν να τον έχουμε μάθει απ’ έξω. Μα δεν είναι «πεπρωμένο». Είναι επιλογή που επαναλαμβάνεται όταν δεν μαθαίνουμε. Όταν αντί για διάλογο επιλέγουμε στρατόπεδα. Όταν αντί για αλήθεια επιλέγουμε νίκη.

Η Αρβελέρ δεν μας άφησε απλώς γνώση. Μας άφησε έναν τρόπο να στεκόμαστε: με τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό. Με αρετή χωρίς θεατές. Με ανθρωπιά ως πρώτο μάθημα. Και αν η Ιστορία είναι πράγματι ζωντανή δύναμη, τότε το πιο τίμιο μνημόσυνο δεν είναι να την εγκωμιάζουμε, αλλά να κάνουμε το πλοίο μας πιο στεγανό από μέσα. Να κρατήσουμε έξω εκείνο το νερό που μας βυθίζει: τη διχόνοια, την ευκολία, την απανθρωπιά. Για να μπορεί, μέσα στον θόρυβο των καιρών, να ακούγεται ακόμη – όχι ως φωνή από το παρελθόν, αλλά ως συνείδηση του μέλλοντος.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ