Σάββατο, 7 Μαρτίου, 2026

Μικρή ιστορία αγάπης…

Μόλις είχε κοπάσει η κακοκαιρία, ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, βρεθήκαμε συμπτωματικά στο σαλόνι ενός αξιοπρεπούς Οίκου Ευγηρίας. Γύρω μας λευκά κεφάλια, προδομένα σώματα, χαμένες ματιές. Νεαρός ψυχολόγος διηύθυνε τη συζήτηση, στην ομήγυρη των ηλικιωμένων, με θέμα «Ο έρωτας».

Το βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον και κοντοστάθηκα να ακούσω. «Μάταια» θα μου πείτε, φίλοι μου, τώρα πια που «σαν όνειρο φαντάζει η ζωή, σαν παραμύθι ο κόσμος. Έσβησε η φλόγα που έτρεμε άγρυπνη ψηλά στο μεσοφρύδι.

Χάθηκαν οι λαμπαδόχυτες γυναίκες και τα κρουσταλλωμένα στήθια με τους διπλούς δραγάτες, ξεμάργωσαν οι βασιλόφλεβες κι οι κόρφοι της γυναίκας στα πέρα πέλαγαν μοιράζαν τον αγέρα*».

Η συζήτηση προχωρούσε, για όσους μπορούσαν, με την ευκολία που πρόσφερε ο μύθος, γύρω από τους έρωτες του Οδυσσέα, την Πηνελόπη, την Καλυψώ, την Ελένη (κατά τον Ν. Καζαντάκη).

Γέροντας πια ο Οδυσσέας «νογάει της Καλυψώς το θείο κορμί με τη γλαυκή ματιά και τις χρυσάγανες πλεξούδες, τότε που χυμούσε ολονυχτιού, κουρσάρικο καράβι και γιόμωναν τα σπλάχνα του ευωδιά γλυκιά του πάνω κόσμου. Το σάψαλο κορμί θυμήθη τη νύχτα, που πα στον ανθό της νιότης αγκάλιασε το απάρθενό του ταίρι (Πηνελόπη) και το γεννοσπορούσε. Ως κρίνο γυάλιζε το νέο κορμί κι οι φλογερές παλάμες αχόρταγα χάδευαν, έτρωγαν την τρυφερή τη σάρκα. Χιλιοχρονίτικη βροντοχτυπούσε η κλίνη. Κι ακόμα, όταν του φέρναν μυστικά στην κρασωμένη αγκάλη, σε πουπουλένιο νέφελος, αυγινό, τη ροδοστήθα Ελένη. Αστραπή του φάνηκε η ζωή. Πάει το λαμπρό ταξίδι, τέλεψε, στο λασπερό λιμάνι*»…

Τις μελαγχολικές μου σκέψεις διέκοψε η άφιξη ενός εκατόχρονου γέροντα, υποβασταζόμενου από τα παιδιά του. Ήρθε να δει τη γυναίκα του, πλησιάζοντας προς τη μεριά μου. Έτριξε το αναπηρικό καρότσι δίπλα μου, σε αδύναμη κίνηση. Το παραδομένο σώμα της γερόντισσας αναδεύτηκε, λες και «ξεπέτρωσεν ο νους και χτύπησε η καρδιά*». Τρεμάμενα τα χέρια και των δύο αντάμωσαν, ανυπόμονα, χαϊδευτικά, σε οικεία κίνηση εναγκαλισμού, σαν να ήταν το ίδιο σώμα. Τα κεφάλια έσμιξαν και αντάμωσαν σε ένα αργόσυρτο φιλί.

Υγράνθηκαν τα μάτια όλων μας για την ευλογημένη ώρα! Η αγάπη αναζητούσε τη βοήθεια της αφής, τελευταίας πιστής συντρόφου των γηρατειών, για να ολοκληρωθεί «Ψυχή τε και σώματι».
– Πουλάκι μου, ήρθες με αυτό το κρύο να με δεις; Θα κρυώσεις, μόλις που άρθρωσε σπασμένη η φωνή της γερόντισσας.

«Τρίξαν μέσα μου τα παχιόφρυδα βαριά μου φυλλοκάρδια*», σβήστηκαν τα δώρα του καθολικού Αγίου, τα λούτρινα αρκουδάκια, οι τούρτες, τα κεριά, τα σοκολατάκια, οι κόκκινες καρδούλες, τα αστραφτερά περιτυλίγματα. Η ιερότητα της στιγμής, όλος ο έρωτας!

Ελένη Σαμπαζιώτου – Καραμπέτσου

* «Οδύσσεια» του Ν. Καζαντζάκη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ