Μικρό προλογικό σημείωμα γραμμένο από τον Δημήτριο Δ. Τριανταφυλλόπουλο τ. καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Κύπρου.
Το σημείωμα δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Γιάννη Ρηγόπουλου, «Μελέτες Μεταβυζαντινής και Νεοελληνικής Τέχνης» Αθήνα 2013
Άσ’ τους να τρώνε
και στρώνε το χαλί σου
για το ναμάζι
(Ζήσιμος Λορεντζάτος, Ποιήματα, Αθήνα 2006, σ. 128)
Ο αναγνώστης που κρατάει στα χέρια του τον πρόσβαρο τούτο τόμο, ασφαλώς δεν περιμένει να λάβει πληροφορίες ή κατευθύνσεις από τούτο το σημείωμα· τα αναλύει όλα στο Εισαγωγικό του Σημείωμα ο πονήσας. Ίσως όμως ενδιαφέρεται για τη μέσα πλευρά του συγγραφέα του, που η πάνω από σαράντα χρόνια αδιατάρακτη φιλία μας μου επιτρέπει να προσπαθήσω να τη σκιαγραφήσω.
Αρχίζοντας από τα «τυπικά», ο προκείμενος τόμος είναι πολλοστός σε μια αδιάκοπη σειρά παρόμοιων συγκεντρωτικών έργων, κάποτε ογκωδέστερων από το παρόν.
Από τότε που κυκλοφόρησε η διδακτορική του διατριβή για τον μεταβυζαντινό ζωγράφο Θεόδωρο Πουλάκη (Αθήνα 1979) είναι ο όγδοος στη σειρά – χώρια μικρότερες αυτοτελείς μελέτες και διάσπαρτα άρθρα, που όλα μαζί τα υπολογίζω σε σεβαστό αριθμό μερικών χιλιάδων σελίδων!
Μαντεύω την απορία ενός ενδεχομένως αδαούς αναγνώστη: Τόσος αδιάκοπος μόχθος επί τριάντα πέντε χρόνια για «άσημους» ζωγράφους της «σκοτεινής» Τουρκοκρατίας; Δεν είναι εδώ ο χώρος για να διαφεντέψουμε αυτό το λαμπρό και μονίμως δυσφημιζόμενο Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, που το αναγνωρίζουν πια στις μέρες μας κορυφαίοι Ευρωπαίοι ιστορικοί και ιστορικοί της τέχνης· το πρόβλημα είναι αλλού: Τι καινούργιο εισκομίστηκε και εξακολουθεί να προσφέρεται στην επιστημονική γνώση από τη γραφίδα του συγκεκριμένου συγγραφέα;
Ο Ρηγόπουλος καινοτόμησε σε πολλά, τόσο στην προσαγωγή καινούργιου υλικού όσο και στον τρόπο διαπραγμάτευσης γνωστών και αγνώστων στην έρευνα θεμάτων. Καταρχήν, είδε το Μεταβυζάντιο ενοποιητικά, τόσο ως προς τις ρίζες του στο Ύστερο Βυζάντιο όσο και στη συνέχισή του στο νεοελληνικό βασίλειο, θέτοντας το δάκτυλο στον τύπο των ήλων τόσο της «λόγιας» όσο και της «λαϊκής» παράδοσης δίχως να θέτει στεγανά μεταξύ τους, όπως επικρατούσε παλαιότερα ανάμεσα στα μέτωπα καθαρευόντων και δημοτικιστών.
Μικρό προλογικό σημείωμα
Δεύτερον, δίχως τη δική του συμβολή, ογκώδη σε κάθε λογής πρωτογενές υλικό αλλά και πρωτότυπη στην πραγμάτευση, θα βρισκόμασταν, πιθανόν, ακόμη στο στάδιο αφελών γενικεύσεων σχετικά με τη στάση των κοντινών μας προγόνων απέναντι στην τέχνη της Δύσης, της Αναγέννησης, του Μανιερισμού, του Μπαρόκ, του Κλασικισμού, του Ρομαντισμού.
Απαράγραπτη εγκαύχησή του είναι, ασφαλώς, η πρωτοποριακή, πυκνή κατάδειξη των συχνά σκολιών ατραπών, μέσω των οποίων η δυτική χαλκογραφία, ιδιαίτερα εκείνη της εποχής του Δεύτερου Μανιερισμού των Κάτω Χωρών (τέλη 16ου αι. / αρχές 17ου αι.), δηλαδή της Αντιμεταρρύθμισης, διεμβόλισε γόνιμα τη μεταβυζαντινή και νεοελληνική εικαστική παραγωγή σχεδόν μέχρι τις μέρες μας. Δεν είναι μικρότερη η συμβολή του στη λεπτομερειακή διερεύνηση εικονογραφικών θεμάτων, που έως τότε διόλου ή μόνο περιθωριακά είχαν απασχολήσει την έρευνα, όπως κύκλοι από την Παλαιά Διαθήκη, ομολογιακές παραστάσεις (Πιστεύω, Πάτερ ημών) και άλλα, που έγιναν έκτοτε κοινό κτήμα. Και βέβαια αναμένεται ανυπόμονα το επιστέγασμα, η γενική θεώρηση για τη συνάφεια δυτικής χαλκογραφίας και μεταβυζαντινής/νεοελληνικής ζωγραφικής, συχνότατα μέσω ανθιβόλων που η έρευνά τους επίσης οφείλει πολλά στον συγγραφέα.
Διόλου μικρότερης σημασίας δεν είναι ο τρόπος που πραγματεύεται το υλικό του. Μαθητής κοινού μας, λαμπρού Δασκάλου, του Καθηγητή Δημήτρη Πάλλα (1907-1995), τον ακολούθησε στην ερμηνευτική του μέθοδο και είναι ο πρώτος μετά από εκείνον, αν δεν σφάλλω, που εφάρμοσε συστηματικά την εικονολογική μέθοδο της σχολής του Erwin Panofsky (1892-1968) σε συνδυασμό με τη δομική ανάλυση στη μεταβυζαντινή τέχνη, όταν στον τόπο μας ακόμη και σήμερα κυριαρχεί μία στερεοτυπική, αφυδατωμένη εκδοχή της εικονογραφικής μεθόδου του Gabriel Millet (1867-1953).
Χρωστάμε ακόμη μιά ρηξικέλευθη κατεύθυνση στον συγγραφέα: Όντας φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση, αναγκασμένος αλλά και ερωτευμένος με τη σπορά του λόγου στους μαθητές του, στράφηκε προς τις μεταβυζαντινές και νεοελληνικές Εκφράσεις, δηλαδή περιγραφές έργων τέχνης, χαρίζοντάς μας πρωτότυπες έρευνες από την Κρητική Σχολή έως τον Σικελιανό! Παράλληλα, αφοσιώθηκε στη σχολιασμένη δημοσίευση άγνωστων τεχνοϊστορικών κειμένων, κυρίως από το Ιόνιο -προσφιλή του χώρο έρευνας-, διευρύνοντας αισθητά τους ορίζοντές μας και προς αυτή την κατεύθυνση. Φοβάμαι ότι ακόμη πρωτοπορεί μόνος του, δίχως μιμητές με αντίστοιχο βεληνεκές στη γνώση της λογοτεχνίας και της τέχνης: Η εργογραφία του που κατακλείει τον τόμο το αποδεικνύει ευγλωττότερα από τη δική μας επισήμανση!
Για τον μεγάλο επιστημονικό μόχθο ενός φίλου
Τα βιβλία του Γιάννη Ρηγόπουλου δεν ανήκουν στα ευπώλητα, εύπεπτα και ανώδυνα «βιβλία σαλονιού» (coffee-table books), από τα οποία πλημμυρίζει πια και η αγορά των ομοτέχνων μας. Η κριτική άλλων ερμηνευτικών σχημάτων, η πυκνή παράθεση βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης και η συνεχής ενημέρωσή του στη διεθνή βιβλιογραφία, ο αγώνας για τη σύλληψη και έκφραση του ουσιώδους, η αποφυγή απαξιωτικών καλλιτεχνικών κρίσεων ή εμπλοκής σε μονότροπα ιδεολογικά σχήματα -όλα τούτα προϋποθέτουν αναγνώστη ακονισμένο. Προπαντός, ο αναγνώστης βοηθείται να απεμπλακεί από το (ψευδό) δίλημμα Ανατολή ή Δύση;, που ταλανίζει, εμφανώς ή υποδόρια, τους περισσοτέρους μας.
Είναι κρίμα που η έλλειψη βιβλιοκρισιών στον τόπο μας έχει κρατήσει στο ημίφως της ευρύτερης δημοσιότητας τα βιβλία του, ικανά να χαράξουν νέους δρόμους έρευνας στις νεώτερες γενιές! Ίσως να τον παρηγορεί η σκέψη πως γράφει για την επόμενη γενιά Βυζαντινολόγων!
Αν ο αναγνώστης δεν πείστηκε, το πλούσιο δειγματοληπτικό φάσμα των εδώ δημοσιευμένων εργασιών του συγγραφέα μας ασφαλώς θα τον κερδίσει ευκολώτερα από τη μικρή τούτη και ανεπαρκή εισαγωγή στο πολύπλευρο έργο του!
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
τ. καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Κύπρου


