Κυριακή, 30 Νοεμβρίου, 2025
spot_img

Η σημαία των προγόνων μας

Γράφει ο Κώστας Γιαννόπουλος

H φετινή πορεία μνήμης της εξέγερσης του Πολυτεχνείου ακολούθησε το τυπικό τελετουργικό των τελευταίων 52 ετών με την εξαίρεση των καθιερωμένων επεισοδίων.

Επειδή όμως πορεία χωρίς μολότωφ, αναίτια χρήση δακρυγόνων από τα ΜΑΤ και προσαγωγές που μπορεί να μετατραπούν σε συλλήψεις δεν νοείται, βρέθηκε καινούργιο θέμα για συζήτηση και ιδεολογική αντιπαράθεση.

Τα κλασσικά ερωτήματα αν το Πολυτεχνείο έριξε τη χούντα και αν οι νεκροί έπεσαν μέσα ή έξω από τον χώρο του Ιδρύματος έχουν απασχολήσει επανειλημμένα στο παρελθόν την πολιτικοποιημένη κοινή γνώμη και δεν φλογίζουν καρδιές όπως αρχικά.

Αυτή τη φορά αναδείχθηκε το ζήτημα της αυθεντικότητας της εμβληματικής σημαίας. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι η φετινή σημαία είναι συρρικνωμένη σε σχέση με τις σημαίες άλλων ετών και τη θεώρησαν αντίγραφο της γνήσιας. Το βασικό επιχείρημά τους ήταν ότι δεν μπορεί να «μπήκε» στο πλύσιμο γιατί παραμένει ανέγγιχτη ώστε να μην ξεπλυθεί το αίμα που χύθηκε για την υπεράσπισή της. Επομένως η περιφορά της -κατέληξαν- είναι πονηρό τέχνασμα.

Κάποιοι άλλοι απέκρουσαν οργισμένοι την κατηγορία της εξαπάτησης. Επιχείρημά τους είναι τα απρόβλεπτα παιχνίδια του φωτογραφικού φακού. Για κάποιον τεχνικό λόγο, η πρώτη σημαία που εικονίζεται στην ασπρόμαυρη φωτογραφία μοιάζει μεγαλύτερη από εκείνη της έγχρωμης εξ αιτίας τεχνικών λόγων που δείχνουν άλλοτε μεγάλη τη σημαία και μικρούς τους σημαιοφόρους κι άλλοτε μικρή τη σημαία και μεγάλους τους σημαιοφόρους. Άρα, κατέληξαν, όσοι αγνοούν τα στοιχειώδη της φωτογραφικής τέχνης (φακούς, καδράρισμα κ.λπ.) είναι φασίστες.

Οι σημαίες συνδέονται με όλες τις εξεγέρσεις των Ελλήνων. Από την Τουρκοκρατία ακόμη υψωνόταν και μία σημαία, «εν πανίον», αυτοσχέδια επινόηση του κάθε αρχηγού. Η ποικιλία είναι φυσιολογικό φαινόμενο αν ληφθεί υπ’ όψη ότι δεν υπήρχε ενιαία κρατική υπόσταση ώστε να επιβάλει ένα κοινό έμβλημα. Σε όλες τις παραλλαγές το σύμβολο ήταν φυσικά ο σταυρός: η γλώσσα και η θρησκεία αποτελούσαν παράγοντες συσπείρωσης των Ελλήνων. Η σημαία που έχουμε σήμερα (παλαιότερα του Πολεμικού Ναυτικού) καθιερώθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1978. Διατηρείται ο σταυρός και η γλώσσα συμβολίζεται στις εννέα λωρίδες που αντιστοιχούν στις συλλαβές της φράσης «Ελευθερία ή Θάνατος».

Είτε αρέσει είτε όχι, η σημαία δεν είναι απλώς εθνικό σύμβολο. Ποτισμένη με το αίμα του ήρωα που την κρατούσε προβιβάζεται σε φετίχ. Δεν έχουν γίνει γνωστά όλα όσα συνέβησαν για τη διάσωση της αιματοβαμμένης σημαίας του Πολυτεχνείου που βρισκόταν δίπλα από την πύλη που γκρέμισε το τανκ. Λέγεται ότι διεκδικήθηκε μαχητικά από όλες τις κομματικές νεολαίες για να καταλήξει στη φύλαξη της ΠΑΣΠ. Σε όλους τους μέχρι σήμερα εορτασμούς πάντως η σημαία προηγείτο της πορείας και, πριν εγερθούν αμφιβολίες για τη γνησιότητά της, προκαλούσε ρίγη συγκινήσεως.

Συνηθισμένα φαινόμενα είναι και οι αμφιβολίες και το αίμα που χύθηκε για την υπεράσπιση σημαίας. Και τα δύο συνδέθηκαν με μια άλλη σημαία που είναι το σύμβολο μιας από τις σκοτεινότερες περιόδους της Ιστορίας: την τρομερή σβάστικα. Υποτίθεται ότι την κρατούσε ο Χίμλερ στο αποτυχημένο πραξικόπημα του Μονάχου. Οι Ναζί πίστευαν ότι θα είχαν την τύχη της Πορείας προς τη Ρώμη του Μουσολίνι, αλλά αντιμετωπίστηκαν με πυρά από την Αστυνομία. Ο Χίμλερ προτίμησε την άτακτη φυγή από τον ένδοξο θάνατο και εγκατέλειψε τη σημαία για να σωθεί ο ίδιος.

Εκ των υστέρων οι Ναζί ισχυρίστηκαν ότι ο Χίμλερ, αν και τραυματίας, την έσωσε με κίνδυνο της ζωής του και η σημαία, βαμμένη με το αίμα των θυμάτων, απέκτησε «υπερφυσικές» ιδιότητες. Μ’ αυτήν στις μεγάλες κομματικές συγκεντρώσεις των διονυσιασμένων θαυμαστών του Χίτλερ ακουμπούσαν τις άλλες σημαίες για να αποκτήσουν κάτι από την ιερότητά της.

Μη θεωρείτε το θέμα ήσσονος σημασίας. Η έπαρση της σημαίας, που μερικοί σύγχρονοι «διεθνιστές» χλευάζουν ως στρατοκρατική τελετουργία, αποτελούσε πηγή υπερηφάνειας και αποφασιστικότητας σε εποχές πολέμων, πολιτικών ή εθνικών κρίσεων. Η ύψωση της κόκκινης σημαίας στα ερείπια του Ράιχσταγκ στο Βερολίνο και της αστερόεσσας στο όρος Σουριμπάτσι της Ίβο Τζίμα παραμένουν εμβληματικά στιγμιότυπα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τη σημασία τους αποδεικνύει η φροντίδα που έδειξαν στην απαθανάτισή τους οι Αμερικανοί και οι Σοβιετικοί: και στις δύο περιπτώσεις το στιγμιότυπο «σκηνοθετήθηκε» τις επόμενες μέρες της κατάληψης. Για το θέμα της Ίβο Τζίμα, η διάσημη φωτογραφία «τραβήχτηκε» δύο φορές (η πρώτη ήταν σκοτεινή και η σημαία πολύ μικρή) πριν ολοκληρωθεί η κατάληψη του νησιού (Μάρτιος 1945).

Στις μάχες που ακολούθησαν, οι τρεις από τους έξι εικονιζόμενους στρατιώτες σκοτώθηκαν. Οι επιζώντες που ποζάρισαν για την ιστορική φωτογραφία, χαρακτηρίστηκαν ήρωες και χρησιμοποιήθηκαν ως «πλασιέ» των πολεμικών ομολόγων (War Bonds). Περιόδευαν στις ΗΠΑ και προέτρεπαν τους συμπατριώτες τους, που τους υποδέχονταν παντού με εκδηλώσεις λατρείας, να ενισχύσουν την πολεμική προσπάθεια.

Η σημαία με το σφυροδρέπανο υψώθηκε στη στέγη του ερειπωμένου Ράιχσταγκ πρώτη φορά το βράδυ της 30ής Απριλίου αλλά το σκοτάδι δεν επέτρεψε να βγει φωτογραφία. Άλλωστε την επομένη οι Ναζί, που συνέχισαν να μάχονται στο ισόγειο του κτηρίου, την κατέβασαν. Η έπαρση επαναλήφθηκε στις 2 Μαΐου 1944 όταν όλα είχαν κριθεί και οι Γερμανοί είχαν ουσιαστικά καταθέσει τα όπλα. Τη σκηνή απαθανάτισε ο φωτογράφος Γιεβγκένι Χαλντέι.

Επέλεξε τρεις άλλους στρατιώτες, ανέβηκε μαζί τους στη στέγη του κτηρίου, τους έδωσε μια μεγάλη σημαία και τους σκηνοθέτησε επιλέγοντας την κατάλληλη γωνία λήψης. Η φωτογραφία, με την προσθήκη καπνών στο βάθος του πλάνου, δημοσιεύτηκε στις 13 Μαΐου στο περιοδικό «Ογκανιόκ» κι έκανε πάταγο. Ο συμβολισμός και στις δύο περιπτώσεις είναι προφανής: οι δυνάμεις του καλού έχουν κατατροπώσει τους κακούς.

Η δύναμη του συμβολισμού είναι ακατανίκητη. Όλοι υποκύπτουν στα κελεύσματά του. Απόδειξη τα στιγμιότυπα από την υποδοχή του Ναζιστή υπουργού Εξωτερικών στη Μόσχα. Ο φον Ρίμπεντροπ έφτασε στη σοβιετική πρωτεύουσα για την υπογραφή του αμφιλεγόμενου Συμφώνου μη Επιθέσεως μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και χιτλερικής Γερμανίας. Στο αεροδρόμιο της Μέκκας του κομμουνισμού, του πρώτου κράτους των εργατών στον κόσμο, υψώθηκε η σβάστικα, το σύμβολο μιας απεχθούς ιμπεριαλιστικής, ρατσιστικής δικτατορίας.

Η σημαία αναζητήθηκε παντού και τελικά βρέθηκε -ειδικά για την περίσταση- σε κινηματογραφικό πλατώ. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι είχε περισσέψει από την περίοδο που γυρίζονταν προπαγανδιστικές ταινίες καταγγελίας του Ναζισμού!

Εξ ίσου συμβολικά φορτισμένο είναι και το αντίθετο της έπαρσης, η υποστολή. Δεν πρόκειται να ξεχαστεί ο ηρωισμός του Μανόλη Γλέζου και του Λάκη Σάντα που ρισκάρισαν τη ζωή τους όταν ανέβηκαν στην Ακρόπολη στις 31 Μαΐου 1941 και κατέβασαν τη σβάστικα από τον ιστό της. Ήταν η πρώτη αντιστασιακή πράξη στην κατεχόμενη Ευρώπη που προκάλεσε κύμα ενθουσιασμού και αναπτέρωσε το ηθικό όλων των Ελλήνων. Κι αυτός ο άθλος όμως αμφισβητήθηκε μετά από χρόνια. Κάποιοι σκεπτικιστές «διευκρίνισαν» ότι στις κατεχόμενες χώρες οι Γερμανοί κατέβαζαν το βράδυ τη σημαία από τον ιστό της και επομένως οι ήρωες την αφαίρεσαν από το σημείο όπου φυλασσόταν. Η δήθεν αποκατάσταση της αιρετικής «αλήθειας» δεν μειώνει στο παραμικρό τον παράτολμο ηρωισμό των Γλέζου και Σάντα. Άλλωστε στην επίσημη ανακοίνωση των κατοχικών Αρχών αναφέρεται ότι υπεξαιρέθηκε η «επί της Ακροπόλεως κυματίζουσα (sic) σημαία». Μάλλον απίθανο να κυματίζει μια σημαία σε ερμάριο.

Μια άλλη παράτολμη απόπειρα υποστολής έγινε στις 14 Αυγούστου 1996. Στη νεκρή ζώνη της Λευκωσίας δολοφονήθηκε εν ψυχρώ ο Σολωμός Σολωμού από τον Τουρκοκύπριο «υπουργό» Κενάν Ακίν. Το «έγκλημά» του: αναρριχήθηκε στον ιστό της για να κατεβάσει την τουρκική σημαία. Η σκηνή προβλήθηκε σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση και προκάλεσε συγκλονιστική εντύπωση στη διεθνή κοινή γνώμη. Τα εκ διαμέτρου αντίθετα σχόλια ήταν αναμενόμενα. Η ελληνική πλευρά θεώρησε ηρωική την απόπειρα του Σολωμού και η τουρκική εξήρε την πατριωτική πράξη του Ακίν. Αξιοπρόσεκτη ήταν η δήλωση του Αμερικανού πρέσβη. Καταδίκασε τη δολοφονία ενός ανθρώπου για μια σημαία που δεν είναι τίποτε περισσότερο από «ένα κομμάτι ύφασμα». Την ίδια περίοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες ψηφίστηκε νόμος που χαρακτήριζε ποινικό αδίκημα τη δημόσια καύση της αμερικανικής σημαίας- απαραίτητο δρώμενο κάθε διαδήλωσης. Οι σημαίες των άλλων είναι «κομμάτια ύφασμα», των προγόνων μας είναι ιερά αντικείμενα λατρείας.

Υπάρχουν σημαίες για όλα τα γούστα. Η πολύχρωμη (ουράνιο τόξο) της LGBT+ κοινότητας, οι τεράστιες σημαίες των ποδοσφαιρικών ομάδων που κυματίζουν στις εξέδρες των γηπέδων, τα πράσινα και γαλάζια σημαιάκια των κομμάτων στις προεκλογικές συγκεντρώσεις που ενέπνευσαν τον Σαββόπουλο (σημαίες, από νάυλον υψώνουμε σημαίες, πλαστικές) και ό,τι άλλο βάλει ο νους σας. Οι σύγχρονοι εικονοκλάστες, που αυτοχαρακτηρίζονται αναρχικοί, ποδοπατούν, καίνε και σκίζουν τις περισσότερες σημαίες αναγνωρίζοντας τον συμβολισμό που εκπέμπουν. Και μόνο αυτή η απόπειρα ταπείνωσης δείχνει ότι αναγνωρίζουν τη συναισθηματική και πολιτική σημασία τους. Άλλωστε έχουν κι εκείνοι τη δική τους σημαία -μαύρη όπως απαιτεί η αναρχική παράδοση- και ελλείψει αυτής, σημαίες κρατών που έχουν κερδίσει τη συντροφική υποστήριξή τους. Η αλλεργία τους εκδηλώνεται στη θέα της εθνικής σημαίας – απόδειξη ότι σχεδόν ποτέ δεν θα τη δείτε να κυματίζει σε μαχητικές πορείες διαμαρτυριών πάσης φύσεως.

Το φαινόμενο παρατηρείται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Στο Ηνωμένο Βασίλειο μάλιστα διώκονται όσοι αναρτούν στα σπίτια τους είτε τη βρετανική (Union Jack) είτε την αγγλική (του Αγίου Γεωργίου) σημαία. Πρόσφατη έρευνα μεταξύ ενηλίκων που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες της Βρετανίας έδειξε ότι το 52% θεωρούν τη δεύτερη σημαία ρατσιστική! Αντίθετα, με ιδιαίτερη αγάπη περιβάλλεται παντού η παλαιστινιακή σημαία, ενώ έχουν αρχίσει να γνωρίζουν ημέρες δόξας η πακιστανική και δειλά-δειλά η σημαία του ISIS.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ